Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περατώνω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

περατῶ, -όω, ΝΜΑ πέρας, -ατος]
φέρω κάτι σε πέρας, ολοκληρώνω κάποιο έργο
αρχ.
1. περικλείω εντός ορίων, περιορίζω
2. (μέσ. και παθ.) περατώνομαι
α) περιορίζομαι
β) είμαι πεπερασμένος
γ) γραμμ. λήγω, καταλήγω.