Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περατώνω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

περατῶ, -όω, ΝΜΑ πέρας, -ατος]
φέρω κάτι σε πέρας, ολοκληρώνω κάποιο έργο
αρχ.
1. περικλείω εντός ορίων, περιορίζω
2. (μέσ. και παθ.) περατώνομαι
α) περιορίζομαι
β) είμαι πεπερασμένος
γ) γραμμ. λήγω, καταλήγω.