Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ολοκληρώνω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(Μ ὁλοκληρῶ, -όω) ολόκληρος
συμπληρώνω κάτι που έχει ελλείψεις, καθιστώ κάτι πλήρες, τέλειο, ολόκληρο, αποτελειώνω.