Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιτύλιγμα

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

το, Ν
1. το να περιτυλίγει κανείς κάτι ή το να περιτυλίγεται κάτι
2. το υλικό με το οποίο περιτυλίγεται κάτι («το χάρτινο περιτύλιγμα είναι υγιεινότερο από το πλαστικό»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < περιτυλίσσω. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Κ. Μεταξά].