Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

περιτύλιγμα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το, Ν
1. το να περιτυλίγει κανείς κάτι ή το να περιτυλίγεται κάτι
2. το υλικό με το οποίο περιτυλίγεται κάτι («το χάρτινο περιτύλιγμα είναι υγιεινότερο από το πλαστικό»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < περιτυλίσσω. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Κ. Μεταξά].