Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πιδυλίς

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: πῑδῠλίς Medium diacritics: πιδυλίς Low diacritics: πιδυλίς Capitals: ΠΙΔΥΛΙΣ
Transliteration A: pidylís Transliteration B: pidylis Transliteration C: pidylis Beta Code: piduli/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ,

   A = πιδακόεσσα, Hsch. (πηδ- cod.).

Greek (Liddell-Scott)

πῑδῠλίς: -ίδος, ἡ, = πιδακόεσσα, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-ίδος, ἡ, Α
(κατά τον Ησύχ.) «πιδακόεσσα», γεμάτη πηγές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πῖδ-αξ (βλ. και πίδακας) + επίθημα -υλ-ίς (πρβλ. ατρακτ-υλίς)].