Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πράγματι

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

Ν
επίρρ. όντως, πραγματικά, αληθινά («είναι πράγματι αδελφή του;»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Επίρρ. σχηματισμένο από την αρχ. δοτ. πράγματι, της λ. πράγμα. Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στο Ημερολόγιον Εστίας].