Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πραγματοποιώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-έω, Ν
1. καθιστώ κάτι πραγματικό, μεταβάλλω κάτι σε πραγματικότητα, υλοποιώ («η πραγματοποίηση του σχεδίου στέφθηκε από επιτυχία»)
2. (κατ' επέκτ.) κατορθώνω, εκπληρώνω, φέρνω εις πέρας, εκτελώ, πραγματώνω («πραγματοποίησε τα όνειρά του»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πράγμα, -ατος + -ποιώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].