Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προβοσκίδα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / προβοσκίς, -ίδος, ΝΜΑ
(σε διάφορα ζώα ή έντομα) εμφανής σαρκώδης προεκβολή από το πρόσθιο μέρος της κεφαλής κατάλληλη για την εύρεση ή και τη λήψη τροφής, όπως είναι λ.χ. η σωληνοειδής προέκταση της μύτης του ελέφαντα, το ρύγχος του ταπίρου και το μυζητικό όργανο του κουνουπιού
αρχ.
στον πληθ. αἱ προβοσκίδες
οι δύο μακροί πλόκαμοι της σουπιάς και της τενθίδας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + -βοσκίς, -ίδος (< βόσκω), πρβλ. επι-βοσκίς].