Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προδιαθέτω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

Ν
προετοιμάζω κάποιον να δεχθεί ή να αντιμετωπίσει κάποιον ή κάτι, ευμενώς ή δυσμενώς, τον προϊδεάζω («τον είχαν προδιαθέσει οι γονείς του εναντίον της»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < προ- + διαθέτω. Η λ. μαρτυρείται από το 1766 στον Ευγένιο Βούλγαρι].