Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προεστός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο, θηλ. προεστή / προεστώς, -ῶσα, -ώς, ΝΜΑ
νεοελλ.
1. κοινοτικός άρχοντας επί τουρκοκρατίας, πρόκριτος
2. γέροντας, γερόντισσα, σεβαστός, σεβαστή
νεοελλ.-μσν.
προσηγορία επισκόπου, ηγουμένου ή πρωθιερέα
αρχ.
αρχηγός, ηγέτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. προεστώς είναι μτχ. παρακμ. του ρ. προΐσταμαι, ενώ ο νεοελλ. προεστός κατά τα αρσ. σε -ος].