Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προεστός

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

ο, θηλ. προεστή / προεστώς, -ῶσα, -ώς, ΝΜΑ
νεοελλ.
1. κοινοτικός άρχοντας επί τουρκοκρατίας, πρόκριτος
2. γέροντας, γερόντισσα, σεβαστός, σεβαστή
νεοελλ.-μσν.
προσηγορία επισκόπου, ηγουμένου ή πρωθιερέα
αρχ.
αρχηγός, ηγέτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. προεστώς είναι μτχ. παρακμ. του ρ. προΐσταμαι, ενώ ο νεοελλ. προεστός κατά τα αρσ. σε -ος].