Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προεστός

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

ο, θηλ. προεστή / προεστώς, -ῶσα, -ώς, ΝΜΑ
νεοελλ.
1. κοινοτικός άρχοντας επί τουρκοκρατίας, πρόκριτος
2. γέροντας, γερόντισσα, σεβαστός, σεβαστή
νεοελλ.-μσν.
προσηγορία επισκόπου, ηγουμένου ή πρωθιερέα
αρχ.
αρχηγός, ηγέτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. προεστώς είναι μτχ. παρακμ. του ρ. προΐσταμαι, ενώ ο νεοελλ. προεστός κατά τα αρσ. σε -ος].