Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προποιώ

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-έω, ΜΑ
μσν.
προλαβαίνω
αρχ.
1. κάνω κάτι από πριν, εκ τών προτέρων
2. παθ. προποιοῡμαι, -έομαι
α) προετοιμάζομαι
β) επηρεάζομαι εκ τών προτέρων
3. (η μτχ. ουδ. πληθ. μέσ. παρακμ. ως ουσ.) τὰ προπεποιημένα
εργασίες που έχουν ήδη περατωθεί.