Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσνήωση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η, Ν
ναυτ. η ομαλή, ασφαλής και σύμφωνη με τους κανονισμούς κάθοδος αεροπλάνου στον διάδρομο αεροπλανοφόρου ή ελικοπτέρου στο κατάστρωμα οποιουδήποτε πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < προσ- + -νήωση, τ. σχηματισμένος από την αρχ. γεν. νηός της λ. ναῦς.