Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μάλα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: μάλα Medium diacritics: μάλα Low diacritics: μάλα Capitals: ΜΑΛΑ
Transliteration A: mála Transliteration B: mala Transliteration C: mala Beta Code: ma/la

English (LSJ)

[μᾰλᾰ; but Hom. sts. uses the ult. long before λ, Il.3.214, 4.379; before μ, 10.172], Adv.

   A very, exceedingly, prefixed or subjoined to Adjectives, Verbs, and Adverbs:    1 strengthening the word with which it stands,    a with Adjs., in Hom. most freq., μάλα πολλά very many, Od.1.1; μ. πᾶσα, μ. πάντα, every one, all together, Il.13.741, Od.2.306, etc.; μάλ' ἀσκηθής all unhurt, 5.26; ἀβληχρὸς μ. τοῖος quite gentle, 11.135; σαρδάνιον μ. τοῖον a quite sardonic smile, 20.302; μάλα μυρίοι 15.556, 16.121, etc.; ἐμέο πρότερος μ. actually before me, Il.10.124; later, μ. φιλόσοφοι, πλάτανος μάλ' ἀμφιλαφής, etc., Pl.Prm.126b, Phdr.230b, etc.: strengthd., μ. δὴ πρεσβύτης very old, X.Cyr.8.7.1; μ. γέ τινες ὀλίγοι Pl.R.531e.    b with Advs., πάγχυ μ., μ. πάγχυ, quite utterly, Il.12.165, 14.143; πάνυ μ. Pl.Phd.80c; εὖ μ. right well, Od.22.190, Pl.Phd.92d, etc.; μάλα… εὖ Od.23.175, cf. Pl.Tht.156a; μάλ' αὐτίκα (v. αὐτίκα) ; μάλ' αἰεί for ever and aye, Il.13.557, 23.717; ἄχρι μ. κνέφαος until quite dark, Od.18.370; μάλ' ὧδε just in this way, 6.258; μ. διαμπερές right through, Il.20.362; μ. μόλις (v. μόλις); to express repeated action, μάλ' αὖθις A.Ag.1345, Ch.654; μάλ' αὖ S.El.1410, etc.; μ. alone, ἔα, ἔα μ. A.Ch.870; οἲ μ. καὶ τόδ' ἀλγῶ Id.Pers.1045 (lyr.); εἶα μ. Ar.Pax 460sq. (so ἄλλος πύργος... καὶ ἕτερος μ. ἐπὶ τούτῳ Hdt. 1.181, cf. 7.186): freq. after καί, αὗταί σ' ὁδηγήσουσι καὶ μάλ' ἀσμένως A.Pr.728, cf. Ch.879: with neg., μάλ' οὐ, μάλ' οὔ πως, Il.2.241, Od. 5.103; οὐ μ. Hdt.1.93, 2.37, S.Ph.676 (lyr.).    c with Verbs, μήτ' ἄρ με μάλ' αἴνεε Il.10.249; μ. τ' ἔκλυον αὐτοῦ 1.218; ἡ δὲ μάλ' ἡνιόχευεν drove carefully, Od.6.319; μ… προπέμπει in earnest, A.Th.915 (lyr.), cf. Eu.368 (lyr.); καὶ μ. δοκοῦντας φρονίμους εἶναι X.Cyr.6.1.36; μ. πολιορκούμενοι Id.HG7.1.25.    2 strengthening an assertion, νῦν σε μ. χρὴ αἰχμητὴν ἔμεναι, i.e. now or never, Il.16.492; τῷ κε μάλ' ἤ κεν μεῖνε… then doubtless he would have stayed, Od.4.733; σοὶ δὲ μάλ' ἕψομ' ἐγώ yes indeed... Il.10.108; ἀλλὰ μάλ' ὤφελλες why plainly... Od.4.472: freq. with another word, as ἦ μ. δή… now in very truth, Il.5.422, etc.; ἦ δή που μ. 21.583; freq. ἦ μ. (without δή) 3.204, etc.    3 in Hom. sts. after εἰ, as εἰ μ. μιν χόλος ἵκοι if wrath come on him ever so much, Il.17.399, cf. Od.5.485, al.; καὶ εἰ μ. τις πολεμίζοι Il.9.318; also μ. περ c. part., μ. περ μεμαώς though desiring never so much, 13.317, cf. 14.58, 17.710, al.; καὶ μ. περ 1.217, cf. 17.571; καὶ εὐρέα περ μάλ' ἐόντα Od.18.385.    4 in Att. freq. in answers, yes, certainly, μ. γε Pl.R.555d, 564e, etc.; μ. τοι X.Mem.1.2.46; καὶ μ. Pl.Phdr.258c; καὶ μ. γε Id.Tht.148c, etc.; καὶ μ. δή ib.177a; καὶ μ. ἐπαύσατο certainly it stopped, Id.Smp.189a, etc.    II Comp. μᾶλλον [ᾱ by nature, Hdn.Gr.2.932], Ion. μάλιον [ᾰ] only in Tyrt.12.6, cf. Choerob.in An.Ox.2.240; late Dor. μαλλότερον Pempel. ap. Stob.4.25.52:—more, rather, Il.5.231, Od.1.351, al.: mostly folld. by , but in Prose also by a gen., μ. τοῦ ξυμφέροντος more than is expedient, Antipho 5.1; μ. τοῦ δέοντος Pl.Grg.487b, X.Mem.4.3.8 (sts. expressed by μᾶλλον alone, Pl. Phd.63d); οὐπώποτ' ἔργου μ. εἱλόμην λόγους E.Fr.394; παντὸς μ. most assuredly, Pl.Lg.715d (v. infr. 8); in Id.Ap.36d, οὐκ ἔσθ' ὅτι μ. πρέπει οὕτως, ὡς... ὡς is prob. = (v. ὡς): denoting a constant increase, more and more, sts. doubled, μ. μ. E.IT1406, Ar.Ra.1001 (lyr.), Alex.29: in positive sense, exceedingly, κηρόθι μ. Il.9.300, Od.15.370, al.:—Usage:    1 freq. strengthened by other words, πολὺ μ. Il.9.700, etc.; ἔτι μ. 14.97, al.; μ. ἔτ' ἢ τὸ πάροιθεν Od.1.322; καὶ μ. Il.8.470; καὶ μ. ἔτι Od.18.22; ἔτι καὶ μ. Pi.P.10.57; ἔτι καὶ πολὺ μ. Il.23.386, 429, Hes.Th.428; ἐπὶ μ. Hdt.3.104; ἔτι ἐπὶ μ. Id.1.94; πολλῷ μ. Pl.Phd.80e, 1 Ep.Cor.12.22: also modified, μᾶλλόν τι somewhat more, μ. τι περιημέκτεε Hdt.1.114, cf.50, etc.; μ. ἤδη προσδεχομένου Th.8.71.    2 sts. with a second Comp., ῥηΐτεροι μ. Il.24.243, cf. Hdt.1.32, A.Th.673, Supp.279, S.Ant.1210, E.El.222, Pl. Phd.79e, Is.4.14 (s.v.l.), Arist.Top.116b24.    3 μᾶλλον δέ much more... or rather... to correct a statement already made, ὁ δεσπότης πέπραγεν εὐτυχέστατα, μ. δ' ὁ Πλοῦτος αὐτός Ar.Pl.634; πολλοί, μ. δὲ πάντες D.18.65, cf. Pl.Smp.173e; so ἢ μ. Corn.ND20, Simp.in Ph.25.16; οὐχὶ μ. ἤ… not so, but rather so... Th.2.87.    4 μ. δὲ καὶ ἡσυχαίτερα more or less violent, Id.3.82.    5 οὐδὲν μ. none the more, ib.79; οὐδέν τι μ. Pl.Phd.87d; μηδέν τι μ. ἤS.Aj.280.    6 μ. ἤ… folld. by οὐ in comparisons, where preference implies rejection or denial, πόλιν ὅλην διαφθεῖραι μᾶλλον ἤ οὐ τοὺς αἰτίους Th.3.36: preceded by another neg., Hdt.4.118, 5.94, 7.16. γ, etc.: by an interrog. which conveys a neg. force, τίδεῖ… μᾶλλον, ἤ οὐ… ; X.HG6.3.15.    7 τὸ μ. καὶ ἧττον, a form of argument, a fortiori, Arist.Rh.1397b12.    8 παντὸς μ., v. πᾶς 111.4.    III Sup. μάλιστα most of all, above all, Hom., etc.; πᾶσι, μάλιστα δ' ἐμοί Od.21.353; μ. μὲν... ἔπειτα or ἔπειτα δέ... first and above all... next... S.OT647, cf. Ph.1285; μ. μὲν... δεύτερον δὲIs.2.20; μ. μὲν... εἰ δὲ μὴHdt.8.22, Th.1.40, Pl.R.590d, D.20.25, etc.; τοῦτο δ' ἐστὶ μ. μὲν θάνατος, εἰ δὲ μή, πάντα τὰ ὄντα ἀφελέσθαι Id.21.152; μάλιστα μὲν... μᾶλλον μέντοιPl.Smp.180b; μάλιστα... εἰ μὴ δ'S.Ph.617; δοκέων μιν μ. ταύτης ἂν πείθεσθαι certainly, Hdt.3.53; τί μ.; what precisely? Pl.Grg.448d, cf. Men.80b, Smp.218c: c. gen. partit., μ. πάντων Hdt.2.37, Pl.Prt.327a, cf. Th. 4.86; τὸ μ. πάντων the supreme reality, Plot.5.5.11; τὸ μ. εἶναι the highest degree of being, Id.6.2.7.    1 strengthd., ὡς μ. certainly, A.Supp.294, Pl.R.460a, etc.; ὅσον μ. A.Pr.524; ὅσα ἐδύνατο μ. Hdt.1.185; ὡς δύναμαι μ. Pl.R.367b; ὡς οἷόν τε μ. Id.Grg.510b; εἰς ὅσον ἀνθρώπῳ δυνατὸν μ. Id.Phdr.277a; ὅτι μ. δύνασαι Id.Sph.239b; μακρῷ μ. Hdt.1.171; πολλῷ μ. Paus.1.42.3; παντὸς μ. D.H.3.35, etc.    2 with the Art., ἐς τὰ μ. in the highest degree, Hdt.1.20, 2.76, Th.6.104, 8.6, D.21.212: without ἐς, φίλοι τὰ μ. Hdt.2.147, cf.Th. 1.92, D.21.62; τά γε μ. Pl.Lg.794d; εἰ τὰ μ. ἦσαν ἀληθεῖς if they were ever so true, D.18.95; εἰ τὰ μ. μὴ τινές, ἀλλὰ πάντες… if (to put an extreme case) not some, but all... Id.20.2; εἰ… δοκοίη τὰ μ. Id.18.21; ἀνὴρ δόκιμος ὁμοῖα τῷ μ. as famous as he that is most [famous], Hdt.7.118, cf. 3.8; τοῖς μάλισθ' ὁμοίως D.Ep.2.24.    b ἐν τοῖς μ. especially, as much as any, Th.8.90, Pl.Smp.173b, etc.: with a Sup., ἐν τοῖς μ. ὠμότατος Ael.VH14.40; φιλτάτη καὶ ἀναγκαιοτάτη ἐν τοῖς μ. Procop.Arc.4.    3 added to a Sup. (v. μάλα 11.2, πλεῖστον) , ἔχθιστος μ., μ. φίλτατος, Il.2.220, 24.334; μ. κῃ ἐμφερέστατα Hdt.2.76; μ. φίλτατος E.Hipp.1421: to a Comp. (?), μ. δὴ ὀκνηρότεροι ἐγένοντο Th.4.55.    4 μάλιστα for μᾶλλον, μ. τῆς κόρης E.IA[1594]; μ. ἤ ἐμοί A.R.3.91.    5 with numerals, in round numbers, about, Th.3.29, 92, X.HG5.2.31, etc.; πεντήκοντα μάλιστα is 49 in Th.1.118; ἑκατοστὸς μ. 99th, Id.8.68; ἐς μέσον μάλιστά κῃ about the middle, Hdt. 1.191, cf. 76; ἥμισυ μ. Th.1.93; μ. σφᾶς μεσοῦν δειπνοῦντας that they were about the middle of supper, Pl.Smp.175c; κου μ. Hdt.7.22; μ. πως Plb.2.41.13.    6 in answers, most certainly, Ar.Pl.827, etc.; μ. γε S.OT994, Ar.Nu.253; μ. πάντων Id.Av.1531; πάντων μ. Pl.Grg.453d; v. supr.1.4. (Orig. perh. fiercely, cf. μαλερός.)

German (Pape)

[Seite 86] 1) Positiv., sehr, gar sehr, heftig, stark, von Hom. an überall, am häufigsten – a) mit adj. u. adv. vrbdn, den Begriff derselben steigernd u. verstärkend, μίνυνθά περ, οὔτι μάλα δήν, Od. 22. 473, μάλα πολλά, sehr viel, osi bei Hom., μάλα μυρίοι, ganz unzählige, Od. 16, 121, μάλα πάντες, allesammt, alle ohne Ausnahme, Il. 13, 741. 22, 115 Od. 2, 306. 16, 286, πάγχυ μάλα u. μάλα πάγχυ, ganz u. gar, Il. 12, 165. 14, 143 Od. 14, 367 u. sonst, εὖ μάλα u. μάλ' εὖ, gar wohl, recht sehr, 22, 190. 23, 175, u. so auch in Prosa, προσέχων τὸν νοῦν εὖ μάλα, Plat. Soph. 233 d, εὖ μάλα ἤδη πρεσβύτην εἶναι, Parm. 127 b, u. sonst, immer noch verstärkend, gar sehr; auch in umgekehrter Stellung, μάλ' εὖ ἄμουσοι, Theaet. 156 a; μάλ' αὐτίκα, gleich auf der Stelle, sogleich, Od. 10, 111. 15, 424, wie αὐτίκα μάλα, Her. 7, 103; vgl. Plat. Prot. 318 b; εὖ εἴσει αὐτίκα δὴ μάλα, Rep. I, 338 b; μάλ' αἰεί, immerfort, immerwährend, Il. 23, 717 Od. 7, 118; ἄχρι μάλα κνέφαος, bis ganz zur Dämmerung, 18, 370; μάλ' ὧδε, ganz so, gerade so, 6, 258; ἄβληχρος μάλα τοῖος, so recht gelind, 11, 135; Σαρδάνιον μάλα τοῖον, so recht sardanisch, 20, 302; – μάλ' ἑτοῖμος, Pind. Ol. 4, 15; μάλα πολλοί, P. 9, 111; Tragg., μάλα μέγας κτύπος, Soph. O. C. 1462; in Prosa bei den Attikern sehr geläufig, μάλα γε ὀψὲ ἀφικόμενος, Plat. Prot. 310 c, μάλα μόγις, Theaet. 142 d, εἰ μὴ μάλα γέ τινες ὀλίγοι, sehr wenige, Rep. VII, 531 d. – Oft noch durch καί verstärkt, eigtl. undzwarsehr, καὶ μάλ' ἀσμένως, Aesch. Prom. 730, δόξαι τ' ἀνδρῶν καὶ μάλ' ὑπ' αἰθέρι σεμναί, Eum. 351; καὶ μάλ' ἀνδρικῶς, Plat. Phaedr. 265 a; καὶ μάλ' εἰκότως ὀκνεῖν, Rep. III, 413 c; auch καὶ πάνυ μάλα, Phaed. 80 c. Aehnlich μάλα τοι, Xen. Mem. 1, 2, 46. – Seltener beim compar., μάλα πρότερος, weit früher, weit eher, Il. 10, 124. – Bei Wiederholungen wird des Nachdruckes wegen zu αὖ u. αὖθις noch μάλα gesetzt, ὤ μοι μάλ' αὖθις, Aesch. Ag. 1318; Soph. El. 1408; Eur. Hec. 1037; ὅρα, ὅρα μάλ' αὖθις, Aesch. Eum. 245; ὦ παῖ, παῖ μάλ' αὖθις, Ch. 643; auch ohne αὖθις so, Pers. 1045 οἲ μάλα καὶ τόδ' ἀλγῶ. – Auch zur Negation tritt es verstärkend hinzu, μάλ' οὐ, μάλ' οὔπως, Il. 2, 241 Od. 5, 103, Her. 1, 93; οὐ μάλα τι, mit nichten, ἄρχεσθαι δ' ὑπ' ἄλλων οὐ μάλα ἐθέλειν ἐλέγετο, Xen. An. 2, 6, 15, vgl. Hell. 6, 1, 15. – b) bei Verbis seltener, φεῦγε μάλα, Il. 1, 173, μάλα γάρ τε κατεσθίει, 3, 25, σοὶ δὲ μάλ' ἕψομ' ἐγώ, 10, 108; μάλα τιμᾷ, Pind. I. 5, 63, μάλα θερμαίνει, Ol. 11, 91; μάλα βουλόμενος, sehr wünschend, Xen. Hell. 6, 5, 16, μάλα πολιορκεῖσθαι, 7, 1, 25. – Mit großem Nachdruck betheuernd ist Od. 4, 732 gesagt: εἰ γὰρ ἐγὼ πυθόμην – τῷ κε μάλ' ἤ κεν ἔμεινε, dann wahrlich wäre er geblieben, da wäre er gar sehr geblieben. – So steht es c) bes. im Anfang der Sätze, ἦ μάλα δή, Il. 5, 422. 18, 12 Od. 4, 169. 333. 777 u. öfter, auch ἦ δή που μάλα, Il. 21, 583, u. oft ἦ μάλα, 3, 204. 18, 18 u. sonst. – Daher in nachdrücklich bejahenden Antworten, allerdings, theils allein, theils mit dem Verbum, μάλα γε, Plat. Rep. VIII, 555 d, καὶ μάλα, Phaedr. 258 b, καὶ μάλ' ἐπαύσατο, Conv. 189 a, καὶ μάλα γε, Theaet. 148 c; μάλα τοι, Xen. Hem. 1, 2, 46. – d) mit εἰ vrbdn, εἰ μάλα, εἰ καὶ μάλα, καὶ εἰ μάλα, εἰ καὶ μάλα περ; mit dem ind., εἰ μάλα κάρτερός ἐσσι, wenn du sehr stark bist, was dir nicht bestritten wird, Il. 1, 178; häufig c. optat., wenn auch noch so sehr, wie sehr auch, wo die Sache als möglich zugestanden wird, εἰ μάλα μιν χόλος ἵκοι, wenn der Zorn ihn auch sehr, auch noch so sehr überkäme, Il. 17, 399 Od. 5, 485. 8, 139. 22, 13. So auch μάλα περ, cum partic., οὔτ' οὖν Τηλέμαχον μάλα περ πολύμυθον ἐόντα, οὔτε θεοπροπίης ἐμπαζόμεθα, Od. 2, 200, obwohl er sehr, oder: wenn er auch nach so viel Worte macht, Il. 14, 58. 13, 317. 17, 710 u. sonst; eben so bei καὶ μάλα περ u. καίπερ μάλα, Il. 1, 217. 17, 571. In den meisten Fällen ist es auch hier zu einem adj. zu ziehen. – In Il. 10, 249, μήτ' ἄρ με μάλ' αἴνεε μήτε τι νείκει, lobe mich weder sehr, noch tadele mich, übersetzt man unnöthigerweise »zu sehr«, vgl. Od. 14, 464.

Greek (Liddell-Scott)

μάλα: [μᾰλᾰ· ἀλλ’ ὁ Ὅμηρος ἐνίοτε ποιεῖ τὴν λήγουσαν μακρὰν ἐν ἄρσει, Ἰλ. Γ. 214., Δ. 379., Κ. 172]· Ἐπίρρ., λίαν, ἄγαν, πάνυ, σφόδρα. Ἀπὸ τῶν Ὁμηρικῶν χρόνων καὶ ἐφεξῆς μία τῶν κοινοτάτων Ἑλληνικῶν λέξεων, προτασσομένη ἢ ἐπιτασσομένη τοῖς ἐπιθέτοις, ῥήμασι καὶ ἐπιρρήμασι: 1) ἁπλῶς ἐπιτείνει τὴν λέξιν μεθ’ ἧς συντάσσεται, ὅτε ἑρμηνευτέον αὐτὸ κατὰ τὰς περιστάσεις, α) μετ’ ἐπιθέτων, παρ’ Ὁμ. συχνότατον, μάλα πολλά, παρὰ πολλά· ὡσαύτως μάλα πάντες, μ. πᾶσαι, μ. πάντα, κτλ., Ἰλ. Ν. 741, Ὀδ. Β. 306, κτλ.· μάλ’ ἀσκηθής, ὅλως ἀβλαβής, Ε. 26· ἀβληχρὸς μάλα τοῖος, ὅλως ἀδύνατος, Λ. 135· Σαρδάνιον μάλα τοῖον, τόσον πολὺ σαρκαστικῶς, Υ. 302· μάλα μυρίοι, λίαν πολλαί, Ο. 556., Π. 121, κτλ.· πρότερος μάλα, πολὺ πρότερος, Ἰλ. Κ. 124· - οὕτω παρ’ Ἀττ., μάλα φιλόσοφοι, μάλα ἀμφιλαφής, κτλ., Πλάτ. Παρμ. 126Β, κτλ.· ἐπιτεταμ. μάλα δὴ πρεσβύτης, πολὺ γέρων, Ξεν. Κύρ. 8. 7, 1· μ. γέ τινες ὀλίγοι Πλάτ. Πολ. 531Ε. β) μετ’ ἐπιρρημάτων, πάγχυ μάλα καὶ μάλα πάγχυ, ὁλοσχερῶς, ἐντελῶς, Ἰλ. Μ. 165, κτλ.· πάνυ μ. Πλάτ. Φαίδων 80C· εὖ μάλα, πολὺ καλά, Ὀδ. Χ. 190, Πλάτ. Φαίδων 92D, κτλ.· ἐνίοτε καὶ μάλ’ εὖ ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 156Α· μάλ’ αὐτίκα (ἴδε ἐν λέξ. αὐτίκα)· μάλ’ ἀεί, ἀείποτε, διὰ παντός, ἐσαεί, Ἰλ. Ψ. 717, κτλ· ἄχρι μάλα κνέφαος, μέχρις ὅτου γείνῃ ἐντελῶς σκότος, Ὀδ. Σ. 370· μάλ’ ὧδε, ἐντελῶς οὕτω, Ζ. 258· μάλα διαμπερές, ἐντελῶς διὰ μέσου, Ἰλ. Υ. 362· - οὕτω παρ’ Ἀττ., μ. μόλις (ἴδε ἐν λέξ. μόλις)· πρὸς ἔκφρασιν ἐπανειλημμένης πράξεως, μάλ’ αὖθις, μάλ’ αὖ Αἰσχύλ. Ἀγ. 1345, Χο. 654, Σοφ. Ἠλ. 1410, κτλ.· καὶ οὕτω μόνον, μάλα, ἔα, ἔα μάλα Αἰσχύλ. Σοφ. 870, πρβλ. Πέρσ. 1045, Ἀριστοφ. Εἰρ. 460 κἑξ.· (οὕτω, ἄλλος πύργος..., καὶ ἕτερος μάλα ἐπὶ τούτῳ Ἡρόδ. 1. 181, πρβλ. 7. 186)· ὁμοίως συχνάκις προηγουμένου, καί, αὗταί σ’ ὁδηγήσουσι καὶ μάλ’ ἀσμένως Αἰσχύλ. Πρ. 728, πρβλ. Χο. 879 - μετ’ ἀρνήσ., μάλ’ οὐ, μάλ’ οὔπως Ἰλ. Β. 241, Ὀδ. Ε. 103· οὐ μάλα Ἡρόδ., κτλ. γ) μετὰ ῥημάτων, μήτ’ ἄρ με μάλ’ αἴνεε μήτε τι νείκει Ἰλ. Κ. 249· ἀλλὰ μάλ’ ὤφελλες..., Ὀδ. Δ. 472· ἡ δὲ μάλ’ ἡνιόχευεν, μετὰ προσοχῆς..., Γ. 319· οὐ μάλα ἔχει θαύματα Ἡρόδ. 1. 93· μάλα... προπέμπει, εἰλικρινῶς, ἐνθέρμως, Αἰσχύλ. Θήβ. 915, πρβλ. Εὐμ. 368· μάλα δοκοῦντας φρονίμους εἶναι Ξεν. Κύρ. 6. 1, 36. 2) ἐπιτείνει ἰσχυρισμόν τινα, νῦν δὲ μάλα χρὴ αἰχμητὴν ἔμεναι, δηλ. τώρα πρὸ πάντων, Ἰλ. Π. 492· τῷ κε μάλ’ ἔμεινε, ὅθεν ἀναμφιβόλως θὰ εἶχε μείνῃ, Ὀδ. Δ. 733· - ἀλλὰ τὸ πλεῖστον μετά τινος ἄλλης λέξεως, ὡς, ἦ μάλα δή..., τώρα κατ’ ἀλήθειαν, Ἰλ. Ε. 422, κτλ.· ἦ δὴ που μάλα Φ. 583· καὶ συχνάκιςμάλα, ἄνευ τοῦ δή, Γ. 204. κτλ. 3) παρ’ Ὁμ. συχνάκις μετὰ τὸ εἰ, ὡς οὐδ’ εἰ μάλα μιν χόλος ἵκοι, οὐδὲ ἂν κυριεύσῃ αὐτὸν ἡ ὀργὴ ὁσονδήποτε ἰσχυρῶς, Ἰλ. Ρ. 399, Ὀδ. Ε. 485, κτλ.· (ἀλλ’ ἐν Ἰλ. Α. 178, εἰ μ. καρτερός ἐσσι, τὸ μάλα ἀνήκει εἰς τὸ ἐπίθ.)· οὕτω πολὺ καὶ μάλα περ. μετὰ μετοχ., μάλα περ μεμαώς, ὅσον πολὺ καὶ ἂν ἐπεθύμει, Ἰλ. Ρ. 317, πρβλ. Ξ. 58., Ρ. 710, κτλ· οὕτω καί, καὶ μάλα περ, καί περ μάλα Α. 217., Ρ. 571, Ὀδ. Σ. 385. κτλ. 4) παρ’ Ἀττ. συχνάκις ἐν ἀποκρίσεσι, μάλιστα, βεβαίως, «ἐννοεῖται», μάλα γε Πλάτ. Πολ. 555D., 564Ε, κτλ.· μ. τοι Ξεν. Ἀπομν. 1. 2, 45· καί μ. Πλάτ. Φαῖδρ. 258C· καὶ μ. γε ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 148C, κτλ.· καὶ μ. δὴ αὐτόθι 177Α· καὶ μ. ἐπαύσατο, βεβαίως ἐπαύσατο, ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 189Α, κτλ. ΙΙ. Συγκρ. μᾶλλον, περισσότερον, ἰσχυρότερον, Λατ. polins, Ἰλ. Ε. 231, Ὀδ. Α. 351· κατὰ τὸ πλεῖστον ἑπομένου τοῦ ἤ, ἀλλὰ παρὰ πεζογράφοις ὡσαύτως ἑπομένης γενικῆς, μ. τοῦ ξυμφέροντος, περισσότερον παρ’ ὅσον συμφέρει, Ἀντιφῶν 129. 31· μ. τοῦ δέοντος Πλάτ. Γοργ. 487Β, Ξεν. κλ.· τοῦτο ἐνίοτε ἐκφέρεται μόνον διὰ τοῦ μᾶλλον, Πλάτ. Φαίδων 63D· ὡσαύτως, παντὸς μ., βεβαίως, βεβαιότατα, ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 715D· - ἐν Πλάτ. Ἀπολ. 36D, οὔκ ἐσθ’ ὅ τι μ. πρέπει οὕτως, ὡς..., ὑπάρχει ἀνάμιξις τῶν δύο συντάξεων: οὐκ ἔσθ’ ὅ τι μ. πρέπει ἤ..., καί, οὐκ ἔσθ’ ὅ τι οὕτως πρέπει, ὡς...· - ὡσαύτως δηλουμένης συνεχοῦς αὐξήσεως ἢ προόδου, «ἐπὶ μᾶλλον», ἔτι μᾶλλον, Ὀδ. Ο. 370· καὶ ἐνταῦθα ἀνήκει ἡ Ὁμηρικὴ φράσις, κηρόθι μᾶλλον Ἰλ. Ι. 300, κτλ.· οὕτως ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ· παρὰ δὲ τοῖς Ἀττ. ἐνίοτε διπλασιάζεται, μᾶλλον μᾶλλον, Λατ. magis magisque, Εὐρ. Ι. Τ. 1406, Ἀριστοφ. Βάτρ. 1001, πρβλ. Meineke εἰς Μένανδρ. σ. 286. - Χρῆσις: 1) συχνάκις ἐπιτείνεται, πολὺ μ. Ἰλ. Ι. 700, καὶ Ἀττ.· ἔτι μ., συχνὸν παρ’ Ὁμ.· μ. ἔτι Ὀδ. Α. 322· καὶ μ. Ἰλ. Θ. 470· καὶ μ. ἔτι Ὀδ. Σ. 22· ἔτι καὶ μ. Πινδ. Π. 10. 88· ἔτι καὶ πολὺ μ. Ἰλ. Ψ. 386, 429, Ἡσίοδ.· ὡσαύτως, ἐπὶ μ. Ἡρόδ. 3. 104· (ὅπερ δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς ἔτι μ., ἐπειδὴ ἐν 1, 94 ὁ αὐτὸς ἔχει: ἐπὶ μ. ἔτι)· ἢ καὶ τροποποιεῖται, μᾶλλον τι, κἄπως πλειότερον, Ἡρόδ. 1. 50, 114, κτλ., καὶ Ἀττ.· ὡσαύτως, μ. ἤδη προσδεχομένου Θουκ. 8. 71. 2) τὸ μᾶλλον ἐνίοτε συνάπτεται μετ’ ἄλλου συγκριτικοῦ, ῥηίτεροι μ. Ἰλ. Ω. 243· οὕτως οὐχὶ σπανίως παρ’ Ἡροδ., ὡς 1. 31, 32, κτλ., καὶ παρὰ τοῖς δοκιμωτάτοις τῶν Ἀττ., ὡς Αἰσχύλ. Θήβ. 673, Ἱκέτ. 279, Σοφ. Ἀντ. 1210, Εὐρ. Ἠλ. 222, Πλάτ. Φαίδων 79Ε, Γοργ. 487Β, Ἰσαῖ. 47 ἐν τέλ., Ἀριστ. Ρητ. 1. 7, 18· ἴδε κατωτ. ΙΙΙ. 3. 3) λέγεται ὅτι παρελείφθη μετὰ τὸ ῥῆμα βούλομαι ἐν Ἰλ. Α. 112, 117., Ρ. 331, Ψ. 594, Ὀδ. Λ. 489, Μ. 359· ἀλλὰ πιθαν. τὸ βούλομαι ἔχει καθ’ ἑαυτὸ συγκριτικὴν δύναμιν: θὰ προετίμων, θὰ ἤθελα μᾶλλον..., πρβλ. βούλομαι ΙΙΙ, αἱρέω Β. ΙΙ· οὕτω παρὰ Σοφ. Αἴ. 1357, νικᾷ γὰρ ἀρετή με τῆς ἔχθρας πολύ, δύναται νὰ ἀποδοθῇ συγκριτικὴ δύναμις εἰς τὸ νικᾷ· ἀλλ’ ὅμως ἐν Αἴ. 966, ἐμοὶ πικρὸς τέθνηκεν ἢ κείνοις γλυκύς, δέον νὰ νοηθῇ τὸ μᾶλλον. 4) μᾶλλον δέ, ἢ μᾶλλον..., καί τι περισσότερον..., πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν ἠπιώτερον λεχθέντων, ὁ δεσπότης πέπραγεν εὐτυχέστατα, μ. δ’ ὁ Πλοῦτος αὐτὸς Ἀριστοφ. Πλ. 633· πολλοί, μ. δὲ πάντες Δημ. 246. 17, πρβλ. Stallb. εἰς Πλάτ. Συμπ. 173Ε· οὐ μ. ἤ..., οὐχὶ οὕτως, ἀλλὰ μᾶλλον..., Θουκ. 2. 87. 5) μ. δὲ καὶ ἡσυχαίτερα ὁ αὐτ. 3. 82. 6) οὐδὲν μ., Λατ. nihilo magis, ὁ αὐτ. 3. 79· οὐδέ τι μ. Πλάτ. Φαίδων 87D· μηδέν τι μ. ἤ... Σοφ. Αἴ. 280· - ἀλλὰ τὸ μ. ἤ... συχνάκις ἀκολουθεῖται ὑπὸ τοῦ ἀρνητικοῦ οὐ (ὅπου τὸ οὐ φαίνεται πλεονάζον), ἐπειδὴἔννοια τῆς προτιμήσεως ἐν πάσῃ συγκρίσει περιέχει καὶ τὴν ἔννοια τῆς ἀπορρίψεως ἢ ἀρνήσεως, πόλιν ὅλην διαφθείρειν μᾶλλον ἢ οὐ τοὺς αἰτίους Θουκ. 3. 36· πρβλ. τὸ Γαλλικόν: ceux qui parlent autrement qu ’ils ne pensent, κτλ.· σημειωτέον ὡσαύτως ὅτι τοῦ μ. ἢ οὐ ἀείποτε προηγεῖται ἑτέρα ἄρνησις, Ἡρόδ. 4. 118., 5. 94., 7. 16, 3, κτλ.· ἢ ἐρώτησις ἐνέχουσα ἄρνησιν, τί δεῖ... μᾶλλον, ἢ οὐ...; Ξεν. Ἑλλ. 6. 3, 15· ἢ πρότασις ἀρνητικὴ κατ’ ἔννοιαν, Θουκ. ἔνθ’ ἀνωτ., κτλ.· πρβλ. Jelf Gr. Gr. § 749. 3. 7) τὸ μ. καὶ ἧττον, σχῆμα συλλογισμοῦ ὅπερ νῦν καλεῖται τὸ «κατ’ ἰσχυρότερον λόγον», Ἀριστ. Ρητ. 2. 23, 4. ΙΙΙ. Ὑπερθετ. μάλιστα, πρὸ πάντων, ὑπὲρ πάντα, Ὅμ., κτλ.· μάλιστα δέ... Ὀδ. Φ. 353· μ. μέν..., ἔπειταἔπειτα δέ..., πρῶτον καὶ πρὸ πάντων..., ἀκολούθως δέ..., Σοφ. Ο. Τ. 647, Φ. 1285· μ. μέν..., δεύτερον δέ..., Ἰσαῖ. περὶ Μενεκλ. Κλήρου § 20· μ. μέν..., εἰ δὲ μή..., Ἡρόδ. 8. 22, Θουκ. 1. 40, Πλάτ. Πολ. 590Ε, Δημ. 464, 25, κτλ.· τοῦτο δ’ ἐστὶ μάλιστα μὲν θάνατος, εἰ δὲ μή, πάντα τὰ ὄντα ἀφελέσθαι Δημ. 564. 2· μάλιστα μέν..., μᾶλλον μέντοι... Πλάτ. Συμπ. 180Α· μάλιστα..., εἰ μὴ δ’... Σοφ. Φ. 617· δοκέων μιν μ. ταύτῃ ἂν πείθεσθαι, βεβαίως, Ἡρόδ. 3. 53· - τί μάλιστα; τί ἀκριβῶς χρειάζεσαι [[[ὥστε]] νὰ τὸ κάμω]; Πλάτ. Γοργ. 448D, πρβλ. Μένωνα 80Β, Συμπ. 218C· - μετὰ γεν. διαιρ., μ. πάντων Ἡρόδ. 2. 37· Θουκ., κτλ.· 1) ἐπιτεταμ., ὡς ἢ ὅτι μ., Λατ. quam maxime, ὁ αὐτ. 1. 141, Πλάτ. Πολ. 460Α, κτλ.· ὅσον μ. Αἰσχύλ. Πρ. 524· ὅσον δύναται μ. Ἡρόδ. 1. 185· ὡς μ., βεβαίως, ἐπὶ ἀποκρίσεων, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 294, Πλάτ.· ὡς δύναμαι μ. ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 367Β· ὡς οἷόν τε μ. ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 510Β· εἰς ὅσον ἀνθρώπῳ δυνατὸν μ. ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ. 277Α· ὅ τι μ. δύνασαι ὁ αὐτ. ἐν Σοφ. 239Β· μακρῷ μ. Ἡρόδ. 1. 171· πολλῷ μ. Παυσ. 1. 42, 2· παντὸς μ. Διον. Ἁλ. 3. 35, κλ.· καὶ μ. Ἀριστ. Ἠθ. Ν. 1. 9, 2, κτλ. 2) μετὰ τοῦ ἄρθρ., ἐς τὰ μάλιστα, κατὰ τὸ πλεῖστον, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, Ἡρόδ. 1. 20., 2. 76, κτλ.· οὕτως ἄνευ τοῦ ἐς, φίλοι, τὰ μ. 2. 147, Θουκ., κτλ.· εἰ τὰ μ. ἧσαν ἀληθεῖς Δημ. 257. 27· εἰ τὰ μ. μὴ τινές, ἀλλὰ πάντες... ἐὰν (ἵνα λάβωμεν ἐσχάτην τινὰ περίπτωσιν) οὐχὶ τινές, ἀλλὰ πάντες..., ὁ αὐτ. 457. 14· εἰ... δοκοίη τὰ μ. ὁ αὐτ. 232. 6· (οὕτω, si maxume velllet, Terent. Ad. 3. 2, 4· si vel maxime, συχνὸν παρὰ Λιβίῳ)· ἀνὴρ δόκιμος ὅμοια τῷ μ. πεφημισμένος ὡς ὁ μέγιστα [πεφημισμένος], Ἡρόδ. 7. 118· πρβλ. 3. 8. β) ἐν τοῖς μ., Λατ. imprimis, ἰδίως, πρὸ πάντων, ὡς οἷόν τε, Θουκ. 8. 90, Πλάτ. Συμπ. 173Α, κτλ.· καὶ μετὰ ὑπερθ., ἐν τοῖς μ. ὠμότατος Αἰλιαν. π. Ζ. 14. 40. 3) τὸ μάλιστα ἐνίοτε συνάπτεται ὑπερθετ. (ἴδε μᾶλλον ΙΙ. 2, πλεῖστον), ἔχθιστος μάλιστα, μάλιστα φίλτατος Ἰλ. Β. 220., Ω. 334· μ. κῃ ἐμφερέστατα Ἡρόδ. 2. 76· μ. φίλτατος Εὐρ. Ἱππ. 1421· πρβλ. Ἀλκ. 790, Μήδ. 1323. 4) μάλιστα ἀντὶ μᾶλλον, μ. τῆς κόρης Ψευδο-Εὐρ. Ι. Α. 1591· μάλιστα ἢ ἐμοὶ Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 91. 5) ὅπου ἀναφέρεται ἀριθμὸς οὐχὶ ὡρισμένος μετ’ ἀκριβείας, κτλ., συχνάκις παραλαμβάνεται τὸ μάλιστα, ὅπερ δεικνύει ὅτι ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι ἀκριβὴς καὶ ἑρμηνεύεται διὰ τοῦ «περίπου», Θουκ. 3. 29, 92, Ξεν., κτλ.· οὐχὶ δὲ διὰ τοῦ «τὸ πολύ», ἐπειδὴ τὸ πεντήκοντα μάλιστα εἶναι πράγματι 49 ἐν Θουκ. 1. 118· τὸ δὲ ἑκατοστὸς μ. 99ος, αὐτόθι 8. 68· οὕτως, ἐς μέσον μάλιστα, περὶ τὸ μέσον, Ἡρόδ. 1. 191, πρβλ. 7. 21· ἥμισυ μ. Θουκ. 1. 93· μ. σφᾶς μεσοῦν δειπνοῦντας, ὅτε εὑρίσκοντο ἐν τῷ μέσῳ τοῦ δείπνου, Πλάτ. Συμπ. 475C· - (οὕτως ἐν τῇ Λατ. quum maxime, περίπου καθ’ ὃν χρόνον..., Λίβ. 25. 33· hoc maxime modo, αὐτόθι 31)· - ὡσαύτως μάλιστά κῃ Ἡρόδ. 1. 76, 191, κτλ.· κου μ. αὐτόθι 7. 22· μ. πως Πολύβ. 2. 41, 13. 6) καὶ μάλιστα, κεῖται ἐν ἀποκρίσεσι, βεβαιότατα, Λατ. vei maxime, Ἀριστοφ. Πλ. 826, κτλ.· μ. γε Σοφ. Ο. Τ. 994, Ἀριστοφ. Νεφ. 253· μ. πάντων Ἀριστοφ. Ὄρν. 1531, Πλάτ. Πρωτ. 327Α· πάντων μ. ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 453D· ἴδε ἀνωτ. Ι. 4.

French (Bailly abrégé)

pour les Cp. μᾶλλον et Sp. μάλιστα, v. ci-dessous;
adv.
I. tout à fait, très, fort, beaucoup : μάλα πάντα OD tout absolument ; ἦρι μάλα IL de grand matin ; μάλα πολλάκις IL très souvent ; πάγχυ μάλα et μάλα πάγχυ IL, att. πάνυ μάλα tout à fait, absolument ; μάλα αἰεί IL jusqu’au bout ; εὖ μάλα, μάλ’ εὖ, très bien, tout à fait ; ἦ μαλα IL oui certes ; μάλ’ οὐ IL, οὐ μάλα HDT certes non ou absolument pas, aucunement ; μάλα πολεμίζειν IL combattre de toute sa force, avec courage ; ainsi construit, μάλα signifie qqf volontiers : μάλ’ ἕψομαι IL je te suivrai volontiers ; νῦν μάλα IL maintenant surtout ; μάλα γε, μάλα τοι, certes oui, oui certes;
II. certaines locutions où μάλα est précédé de εἰ (εἰ μάλα, εἰ καὶ μάλα, καὶ εἰ μάλα, εἰ καὶ μάλα περ) peuvent se traduire par;
1 puisque, avec l’indic. : εἰ μάλα κάρτερός ἐσσι IL puisque tu es très fort;
2 quoique, quand même, même si : εἰ μάλα μιν χόλος ἵκοι IL quand même une violente colère se fût emparée d’elle ; μάλα περ μεμαώς IL quoique désirant fortement;
Cp. μᾶλλον (μάλιον TYRT);
I. plus : πολὺ μᾶλλον IL, πολλῷ μᾶλλον PLAT beaucoup plus ; οὐδὲν μᾶλλον ATT pas davantage ; μᾶλλον μᾶλλον EUR de plus en plus ; particul.
1 avec un Cp. : μᾶλλον ὀλβιώτερος HDT bien plus heureux;
2 suivi de ἤ : μᾶλλονδεῖ ATT plus qu’il ne faut ; οὐδὲν μᾶλλον ἤ, avec une nég. après ἤ : οὐδὲν μᾶλλον… ἢ οὐ HDT pas plus… que;
3 en prose, suivi du gén. : μ. τοῦ δέοντος XÉN plus qu’il ne faut ; de ὡς : καὶ μὴν οὐδενὶ μᾶλλον ἔπρεπε… ὡς σοί PLUT et certes à personne il ne convenait plus qu’à toi de, etc.
II. plutôt : μᾶλλον ἤ ATT plutôt que ; τεθνάναι μᾶλλονζώειν HDT plutôt mourir que vivre;
III. de plus en plus : κηρόθι μᾶλλον OD davantage ou de plus en plus au fond du cœur ; ἐπὶ μᾶλλον HDT m. sign.
IV. trop propr. μᾶλλον τοῦ δέοντος, plus qu’il ne convient;
Sp. μάλιστα;
I. tout à fait, très : μακρῷ μάλιστα HDT très loin ou très longtemps ; ἄγχι μάλιστα IL tout auprès ; μάλιστα φίλτατος IL très cher ; souv. dans les réponses : μάλιστα, μάλιστά γε SOPH, καὶ μάλιστα AR tout à fait, càd oui certes, sans doute, certainement ; μάλιστα πάντων, certes absolument;
II. le plus, principalement, surtout : μάλιστα πάντων ἀνθρώπων HDT le plus de tous, plus que tous ; abs. πᾶσι μάλιστα δ’ ἐμοί OD à tous, surtout à moi ; μάλιστα μὲν… ἔπειτα δέ SOPH ou simpl. μάλιστα μὲν… ἔπειτα SOPH avant tout… et ensuite;
1 particul. dans la locut. ἐν τοῖς μάλιστα PLUT, parmi ceux qui le sont le plus, le plus possible ; ou avec un Sp. : ἐν τοῖς μάλιστα ὠμότατος ÉL plus cruel que personne, propr. cruel parmi ceux qui le sont le plus ; abs. ἐς τὰ μάλιστα HDT, ATT, τὰ μάλιστα HDT le plus possible ; ὁμοῖα τῷ μάλιστα HDT, ὁμοῖα τοῖς μάλιστα THC m. sign. ; ὡς μάλιστα δύναμαι PLAT ou ὡς δύναμαι μ. PLAT, ὅσον δύναται μάλιστα HDT le plus que je puis, qu’il peut ; ou avec ellipse du verbe : ὡς μάλιστα, ὅτι μάλιστα ATT ; ὅσον μάλιστα ESCHL le plus possible;
2 précisément, justement : πηνίκα μάλιστά ἐστιν ; PLAT quelle heure est-il au juste ?;
3 avec un n. de nombre, pour marquer une approximation : μάλιστα τετρακόσιοι XÉN quatre cents environ ; ἔτει ἑκατόστῳ μάλιστα THC en un siècle à peu près ; ἥμισυ μάλιστα THC la moitié à peu près (non au plus) ; πεντήκοντα μάλιστα THC cinquante à peu près, càd exactement 49 ; avec une particule : μάλιστά κη HDT, κου μάλιστα HDT au plus, à peu près, environ.
Étymologie: cf. lat. melior, melius.

English (Autenrieth)

comp. μᾶλλον, sup. μάλιστα: (1) positive, μάλα, very, quite, right, modifying adjectives and other adverbs, and sometimes placed after its word, ἦρι μάλ, Il. 9.360; occasionally with substantives, μάλα χρεώ, Ι 1, Od. 18.370; also with verbs (μάλα πολεμίζειν, ‘with might and main’), and esp. to strengthen an assertion as a whole, certainly, verily, Il. 3.204. μάλα admits of much variety in translating in connection with its several usages.—(2) comp., μᾶλλον, more, all the more, Od. 5.284; ‘more willingly,’ ‘more gladly,’ Il. 5.231, Od. 1.351.—(3) sup., μάλιστα, most, especially, far, by far, with adjectives forming a superlative, Il. 6.433; and even with superlatives themselves, Il. 2.57 f., Il. 24.334.

English (Slater)

μᾰλα
   1 greatly, really
   a c. verb. φιλεῖ δέ μιν Παλλὰς, μάλα φιλεῖ δὲ παῖς (O. 2.27) μάλα δέ οἱ θερμαίνει φιλότατι νόον (O. 10.87) μάλα δ' ἐθέλοντι σύμπειρον ἀγωνίᾳ θυμὸν ἀμφέπειν (N. 7.10) Ἡσιόδου μάλα τιμᾷ τοῦτ' ἔπος (I. 6.67) separated from its verb, ἦ μάλα δὴ μετὰ καὶ νῦν ὥτε φοινικανθέμου ἦρος ἀκμᾷ, παισὶ τούτοις ὄγδοον θάλλει μέρος Ἀρκεσίλας (P. 4.64)
   b c. adj., part. μιν αἰνέω, μάλα μὲν τροφαῖς ἑτοῖμον ἵππων (O. 4.14) κέρδει δὲ τί μάλα τοῦτο κερδαλέον τελέθει; (P. 2.78) μάλα ἁδόντι νόῳ (P. 6.51) τὰν μάλα πολλοὶ ἀριστῆες ἀνδρῶν αἴτεον σύγγονοι (P. 9.107) μάλα μὲν ἀνδρῶν δικαίων περικαδόμενοι (N. 10.54) κ]αὶ μάλ' ἐπις[ Δ. 4a. 2.
   c ? c. adv. σφίσιν μάλα πρᾶξον δικαίως (Pae. 8.12)
   2 comp., μᾶλλον, more,
   a c. verb. καὶ πολυκλείταν περ ἐοῖσαν ὅμως Θήβαν ἔτι μᾶλλον ἐπασκήσει fr. 194. 5.
   b c. adj. in comparisons. τεκεῖν μή τιν' πόλιν φίλοις ἄνδρα μᾶλλον εὐεργέταν Θήρωνος (O. 2.93) ἔλπομαι δ' τὸν Ἱπποκλέαν ἔτι καὶ μᾶλλον σὺν ἀοιδαῖς ἕκατι στεφάνων θαητὸν ἐν ἅλιξι θησέμεν (P. 10.57)
   3 superl. μᾰλιστα, especially, most of all ἀστῶν δ' ἀκοὰ κρύφιον θυμὸν βαρύνει μάλιστ ἐσλοῖσιν ἐπ ἀλλοτρίοις (P. 1.84) ὧν θαλίαις ἔμπεδον εὐφαμίαις τε μάλιστ' Ἀπόλλων χαίρει (P. 10.35) ἀεθλονικία δὲ μάλιστ' ἀοιδὰν φιλεῖ (N. 3.7) “ὦ τέκνον, ποντίου θηρὸς πετραίου χρωτὶ μάλιστα νόον προσφέρων” fr. 43. 2. Ἐλπίς, ἃ μάλιστα θνατῶν πολύστροφον γνώμαν κυβερνᾷ fr. 214. 3. c. gen., μάλιστα μὲν Κρονίδαν θεῶν σέβεσθαι (P. 6.23) τῶν νῦν δὲ καὶ Θρασύβουλος πατρῴαν μάλιστα πρὸς στάθμαν ἔβα (P. 6.45) τὸ δὲ πὰρ ποδὶ ναὸς ἑλισσόμενον αἰεὶ κυμάτων λέγεται παντὶ μάλιστα δονεῖν θυμόν (N. 6.56) τίνι τῶν πάρος, ὦ μάκαιρα Θήβα, καλῶν ἐπιχωρίων μάλιστα θυμὸν τεὸν εὔφρανας; (I. 7.2) frag., ]μαλισταβ[ P. Oxy. 2445, fr. 21a.

Greek Monolingual

μάλα)
επίρρ. νεοελλ. (ενάρθρως) τα μάλα
πάρα πολύ, σε πολύ μεγάλο βαθμό
αρχ.
1. σε μεγάλο βαθμό, πολύ (α. «ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῡσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη», Ομ. Οδ.
β. «μάλ' εὖ ἄμουσοι», Πλάτ.
γ. «θώματα δὲ γῆ ἡ Λυδίη ἐς συγγραφὴν οὐ μάλα ἔχει», Ηρόδ.)
2. πολλές φορές χρησιμοποιείται για επίταση ισχυρισμού ο οποίος εκφράζεται από μια πρόταση («Γλαῡκε πέπον, πολεμιστὰ μετ' ἀνδράσι, νῡν σε μάλα χρὴ αἰχμητήν τ' ἔμεναι καὶ θαρσαλέον πολεμιστήν», Ομ. Ιλ.)
3. στην αρχή πρότασης χρησιμοποιείται και ως βεβαιωτικό για να δώσει έμφαση («ἦ μάλα δή τινα Κύπρις Ἀχαιϊάδων ἀνιεῑσα Τρωσὶν ἅμ' ἑσπέσθαι», Ομ. Ιλ.)
4. φρ. α) «μάλα γε» ή «μάλα τοι» ή «καὶ μάλα» ή «καὶ μάλα γε» ή «καὶ μάλα δή» — βεβαίως, μάλιστα
β) «μάλα πάντα» — όλα ανεξαιρέτως
γ) «μάλα μόλις» — μόλις και μετά βίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίρρ. μάλα (πρβλ. δίχα, κρύφα, λάθρα) ανάγεται πιθ. στη συνεσταλμένη βαθμίδα ml- της ΙΕ ρίζας mel- «μεγάλος, δυνατός, πολύς, ωραίος» (πρβλ. λατ. multus «πολύς», λεττον. milus «πολύ»). Ο συγκριτικός βαθμός του επιρρ., μᾶλλον, σχηματισμένος όπως το συγκριτικό του επιρρ. τάχα, θᾱσσον, εμφανίζει μακρό -- αντί του αναμενόμενου -- (πρβλ. λατ. melius, συγκριτικός του επιθ. bonus «ωραίος»). Ο τ. συνδέεται πιθ. με το επίθ. μαλερός «ορμητικός, βίαιος»].

Greek Monotonic

μάλα: [μᾰλᾰ],
I. επίρρ., πολύ, πάρα πολύ, υπερβολικά, σε Όμηρ. κ.λπ.
1. επιτείνει τη λέξη με την οποία συντάσσεται, μάλα πολλά, πάρα πολλά, στον ίδ.· μάλα πάντες, μάλα πᾶσαι, μάλα πάντα, όλοι μαζί, καθένας, στον ίδ.· μάλ' ἀσκηθής, εντελώς σώος από τραυματισμό, σε Ομήρ. Οδ.· ἀβληχρὸς μάλατοῖος, τόσο πολύ αδύναμος, στο ίδ.· ομοίως στην Αττ., μάλαδὴ πρεσβύτης, πολύ ηλικιωμένος, σε Ξεν.· μάλα γέ τινες ὀλίγοι, σε Πλάτ.· ομοίως με επίρρ., πάγχυ μάλα και μάλα πάγχυ, εντελώς, εξ ολοκλήρου, σε Ομήρ. Ιλ.· εὖ μάλα, εξαιρετικά καλά, σε Ομήρ. Οδ.· μάλ' αἰεί, για πάντα (νῦν καὶ ἀεί), σε Ομήρ. Ιλ.· ἄχρι μάλα κνέφαος, μέχρι το μαύρο, πλήρες σκοτάδι, σε Ομήρ. Οδ.· μάλα διαμπερές, απ' άκρη σ' άκρη, σε Ομήρ. Ιλ.· ομοίως στην Αττ., δηλώνει επαναλαμβανόμενη πράξη, μάλ' αὖθις, μάλ' αὖ, σε Αισχύλ. κ.λπ.· με ρήματα, μὴ μὲ μάλ' αἴνεε, μη με επαινείς υπερβολικά, σε Ομήρ. Ιλ.· ἡδὲ μάλα ἡνιόχευεν, αυτή οδηγούσε πολύ προσεκτικά το άρμα, σε Ομήρ. Οδ. κ.λπ.
2. επιτείνει έναν ισχυρισμό, εἰμάλα μιν χόλος ἵκοι, αν τον καταλάβει κάποτε τόσο μεγάλη οργή, σε Όμηρ.· ομοίως, μάλα περ, συντασσόμενο με ένα μόριο, μάλα περ μεμαώς, αν και δεν έχω επιθυμήσει (κάτι) ποτέ τόσο πολύ, σε Ομήρ. Ιλ.
3. στην Αττ. σε απαντήσεις, ναι, σίγουρα, ακριβώς έτσι, μάλα γε, σε Πλάτ., κ.λπ.· μάλα τοι, σε Ξεν., κ.λπ.· καὶ μάλα δή, στον ίδ.
II. 1. Συγκρ. μᾶλλον, περισσότερο, σε Όμηρ.· μᾶλλον τοῦ δέοντος, περισσότερο απ' όσο πρέπει, σε Πλάτ., Ξεν., κ.λπ.· παντὸς μᾶλλον, περισσότερο απ' οτιδήποτε, δηλ. εντελώς σίγουρα, σε Πλάτ.
2. δηλώνει συνεχή αύξηση (μιας ιδιότητας), ακόμη περισσότερο, πιο πολύ, σε Ομήρ. Οδ.· μᾶλλον μᾶλλον, Λατ. magis magisque, σε Ευρ., Αριστοφ.
3. ενίοτε συνάπτεται με δεύτερο συγκρ. ῥηΐτεροι μᾶλλον, σε Ομήρ. Ιλ.· μᾶλλον ἆσσον, σε Σοφ. κ.λπ.
4. μᾶλλον δέ, πολύ περισσότερο, αλλά καλύτερα, πολλοί, μᾶλλον δὲ πάντες, σε Δημ.
5. στη φράση μᾶλλον ἢ οὐ, το οὐ μοιάζει περιττό, ἥκει ὁ Πέρσης οὐδὲν μᾶλλον ἐπ' ἡμέας ἢ οὐ ἐπ' ὑμέας, οι Πέρσες έχουν έρθει όχι τόσο εναντίον μας, όσο εναντίον σας, σε Ηρόδ.· στην περίπτωση αυτή του μᾶλλον ἢ οὐ προηγείται άλλη αρνητική έκφραση.
6. τὸ μάλα καὶ ἧττον (περίπου), είδος επιχειρήματος το οποίο ονομάζουμε (Λατ.) a fortiori, σε Αριστ.
III. 1. Υπερθ. μάλιστα, πάρα πολύ, περισσότερο απ' όλα, σε Όμηρ. κ.λπ.· μάλιστα μέν..., ἔπειτα δέ..., πρώτα και πάνω απ' όλα... και κατόπιν, σε Σοφ.· τί μάλιστα; ποιο είναι ακριβώς αυτό που θέλεις; σε Πλάτ.· ὡςή ὅτι μάλιστα, Λατ. quam maxime, στον ίδ.· ὅσον μάλιστα, σε Αισχύλ.· ὡς μάλιστα, σίγουρα, σε απαντητικές φράσεις, σε Πλάτ.· ὡς δύναμαι μάλιστα, στον ίδ.· μακρῷ μᾶλλον, σε Ηρόδ. 2. α) ἐς τὰ μάλιστα, κατά το μεγαλύτερο μέρος, κατ' εξοχήν, στον ίδ.· ομοίως, τὰ μάλιστα, σε Θουκ. κ.λπ.· επιπλέον, ἀνὴρ δόκιμος ὁμοῖα τῷ μάλιστα, τόσο ξακουστός όσο αυτός που είναι ο κατ' εξοχήν (ξακουστός), σε Ηρόδ. β) ἐν τοῖς μαλίστοις, κατ' ἐξοχήν, όσο οτιδήποτε άλλο, σε Θουκ., Πλάτ.
3. το μάλιστα μπορεί να συναφθεί με υπερθ., ἔχθιστος μάλιστα, μάλιστα φίλτατος, σε Ομήρ. Ιλ.· μάλιστα φίλτατος, σε Ευρ.
4. με αριθμούς, το μάλιστα σημαίνει περίπου, σε Θουκ., Ξεν. κ.λπ.· ομοίως, ἐς μέσον μάλιστα, περίπου στη μέση, σε Ηρόδ.· ἥμισυ μάλιστα, σε Θουκ. κ.λπ.
5. το καὶ μάλιστα χρησιμ. σε απαντητικές φράσεις, με τη μεγαλύτερη σιγουριά, Λατ. vel maxime, σε Αριστοφ.· ομοίως, μάλιστα γε, σε Σοφ.· μάλιστα πάντων, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

μάλᾰ: (μᾰ) adv. (compar. μᾶλλον, superl. μάλιστα)
1) весьма, очень (μ. πολλοί Hom.; μ. πρεσβύτης Xen.): μ. γέ τινες ὀλίγοι Plat. разве уж очень немногие;
2) (тж. εὖ μ. и πάγχυ μ. Hom.) совершенно, вполне, совсем (θάνατος ἀβληχρὸς μ. Hom.): μ. μυρίοι Hom. совершенно неисчислимые; μ. πάντες Hom. решительно все; μ. αὐτίκα Hom. и αὐτίκα μ. Her. тотчас же; μ. ὧδε Hom. именно таким образом; νῦν μ. Hom. именно (или в особенности) теперь; οὐ μ. ἔχειν τι Her. совершенно не иметь чего-л.; οὐ μ. τι Xen. нисколько;
3) (при compar.) значительно, намного (ἐμέο πρότερος μ. ἐπέγρετο Hom.);
4) верно, конечно, несомненно: ἦ μ. (δή) и ἦ δή που μ. Hom. конечно же, безусловно; καὶ μ. (γε) Plat. и μ. τοι Xen. ну да, еще бы; μ. ὤφελλες Hom. ты должен был, конечно (или прежде всего);
5) всячески, усердно, всеми средствами, изо всех сил (πολεμίζειν Hom.; πολιορκεῖσθαι Xen.): μ. βουλόμενος Xen. горячо желая; σοι δὲ μ. ἕψομ᾽ ἐγώ Hom. я охотно последую за тобой; φεῦγε μ. Hom. беги сколько угодно;
6) (для выражения повторности) еще, опять: μ. αὖ θροεῖ τις Soph. опять кто-то кричит; ὦ παῖ, παῖ μ. αὖθις! Aesch. мальчик, эй мальчик!; ὅρα, ὅρα μ. αὖ! Aesch. гляди, да гляди же!;
7) (после εἰ) если уж, даже если, пусть (εἰ μ. καρτερός ἐσσι Hom.): εἰ καὶ μ. περ χαλεπαίνοι Hom. как бы ни свирепствовала (буря) - см. тж. μᾶλλον и μάλιστα.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adv.
Meaning: very, quite, completely,
Compounds: Comp. μᾶλλον more, rather, sup. μάλιστα mostly, quite especially (Il.).
Origin: IE [Indo-European] [720] *mel- strong, better
Etymology: Formation like ἅμα, τάχα, πάρα etc. (Schwyzer 622) and like these with zero grade stem opposed to full grade Lat. mel-ius better beside mul-tus many (prob. from ml̥-tós; cf. W.-Hofmann s. v.); zero grade also in Latv. milns very many. μᾶλλον (with secondary lengthening, after θᾶσσον) stands for orig. full grade *μέλλον (: melius). An innovation is μάλιον μᾶλλον H. (after this also to be inserted in Tyrt. 12, 6 ) with μαλιωτέρα προσφιλεστέρα H. -- WP. 2, 292, Pok. 720, W.-Hofmann s. melior , Schwyzer 342 a. 538, Seiler Steigerungsformen 67 f. Cf. μαλερός and μέλω(?).

Middle Liddell


I. very, very much, exceedingly, Hom., etc.
1. strengthening the word with which it stands, μάλα πολλά very many, Hom.; μάλα πάντες, μ. πᾶσαι, μ. πάντα, all together, every one, Hom.; μάλ' ἀσκηθής all unhurt, Od.; ἀβληχρὸς μάλα τοῖος so very weak, Od.:—so in attic, μάλα δὴ πρεσβύτης very old, Xen.; μ. γέ τινες ὀλίγοι Plat.:—so with Advs., πάγχυ μάλα and μάλα πάγχυ quite utterly, Il.; εὖ μάλα right well, Od.; μάλ' αἰεί for ever and aye, Il.; ἄχρι μάλα κνέφαος until quite dark, Od.; μάλα διαμπερές right through, Il.:—so in attic, to express repeated action, μάλ' αὖθις, μάλ' αὖ Aesch., etc.:— with Verbs, μή με μάλ' αἴνεε praise me not greatly, Il.; ἡ δὲ μάλ' ἡνιόχευεν she drove carefully, Od., etc.
2. strengthening an assertion, εἰ μάλα μιν χόλος ἵκοι if wrath come on him ever so much, Hom.; so μάλα περ with a partic., μάλα περ μεμαώς though desiring never so much, Il.
3. in attic in answers, yes, certainly, exactly so, μάλα γε Plat., etc.; μ. τοι Xen., etc.; καὶ μ. δή Xen.
II. comp. μᾶλλον, more, Hom.; μᾶλλον τοῦ δέοντος more than is right, Plat., Xen., etc.; παντὸς μᾶλλον more than anything, i. e. most certainly, Plat.
2. denoting increase, more and more, still more, Od.; μᾶλλον μᾶλλον, Lat. magis magisque, Eur., Ar.
3. sometimes joined to a second comp., ῥηίτεροι μᾶλλον Il.; μᾶλλον ἆσσον Soph., etc.
4. μᾶλλον δέ, much more, but rather, πολλοί, μᾶλλον δὲ πάντες Dem.
5. in μᾶλλον ἢ οὐ, οὐ seems redundant, ἥκει ὁ Πέρσης οὐδὲν μᾶλλον ἐπ' ἡμέας ἢ οὐ ἐπ' ὑμέας the Persians have come not more against us, than against you, Hdt.; in this case μᾶλλον ἢ οὐ is preceded by another negat.
6. τὸ μ. καὶ ἧττον, a form of argument, which we call a fortiori, Arist.
III. Sup. μάλιστα, most, most of all, Hom., etc.; μάλιστα μέν… , ἔπειτα δέ… , first and above all… , next… , Soph.:— τί μάλιστα; what is the precise thing that you want? Plat.; ὡς or ὅτι μ., Lat. quam maxime, Plat.; ὅσον μ. Aesch.; ὡς μ. certainly, in answers, Plat.; ὡς δύναμαι μ. Plat.; μακρῷ μ. Hdt.
2. ἐς τὰ μάλιστα for the most part, mostly, Hdt.; so, τὰ μάλιστα Thuc., etc.; also, ἀνὴρ δόκιμος ὁμοῖα τῷ μ. as famous as he that is most famous, Hdt.
b. ἐν τοῖς μ. especially, as much as any, Thuc., Plat.
3. μάλιστα may be added to a Sup., ἔχθιστος μάλιστα, μάλιστα φίλτατος Il.; μ. φίλτατος Eur.
4. with numbers, μάλιστα means about, Thuc., Xen., etc.; so, ἐς μέσον μάλιστα about the middle, Hdt.; ἥμισυ μ. Thuc., etc.
5. καὶ μάλιστα is used in answers, most certainly, Lat. vel maxime, Ar.; so, μ γε Soph.; μ. πάντων Ar.

Frisk Etymology German

μάλα: {mála}
Forms: Komp. μᾶλλον mehr, lieber, Sup. μάλιστα am meisten, ganz besonders (seit Il.).
Grammar: Adv.
Meaning: sehr, ganz, gar, durchaus,
Etymology : Bildung wie ἅμα, τάχα, πάρα usw. (Schwyzer 622) und wie diese mit schwundstufiger Stammsilbe gegenüber hochstufigem lat. mel-ius besser neben mul-tus viel (wohl aus ml̥-tós; vgl. W.-Hofmann s. v. m. Lit.); Schwundstufe auch im lett. milns sehr viel. Das sekundär gedehnte μᾶλλον (nach θᾶσσον) steht für urspr. hochstufiges *μέλλον (: melius). Eine Neubildung ist μάλιον· μᾶλλον H. (danach auch bei Tyrt. 12, 6 einzusetzen) mit μαλιωτέρα· προσφιλεστέρα H. — WP. 2, 292, Pok. 720, W.-Hofmann s. melior (m. reicher Lit.), Schwyzer 342 u. 538, Seiler Steigerungsformen 67 f. Vgl. μαλερός und μέλω.
Page 2,165