Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πτωχοκομείο

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

το, Ν
φιλανθρωπικό ίδρυμα που δέχεται για περίθαλψη φτωχούς, ανίκανους προς εργασία και γέροντες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πτωχός + -κομείο (< -κόμος < κομῶ «φροντίζω»), πρβλ. νοσο-κομείο. Η λ., στον λόγιο τ. πτωχοκομεῖον, μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες].