Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ριζίτης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο, θηλ. ριζίτισσα, Ν
(ιδίως στην Κρήτη) αυτός που κατοικεί στα ριζά τών βουνών, στα ριζοβούνια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ρίζα / ριζά (τα) + επίθημα -ίτης].