Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εἰκών

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: εἰκών Medium diacritics: εἰκών Low diacritics: εικών Capitals: ΕΙΚΩΝ
Transliteration A: eikṓn Transliteration B: eikōn Transliteration C: eikon Beta Code: ei)kw/n

English (LSJ)

ἡ, gen. όνος, acc. όνα, etc.: poet. and Ion. nom. εἰκώ is implied (though not found) in gen.

   A εἰκοῦς E.Hel.77, acc. εἰκώ A.Th.559, E.Med.1162, Hdt.7.69 (but εἰκόνα 2.143, both εἰκόνα and εἰκώ in Pl.Ti. 37d), Maiist.15: acc. pl. εἰκούς E.Tr.1178, Ar.Nu.559: (Εἴκω, ἔοικα, ϝεικ-Inscr.Cypr.151 H.):—likeness, image, whether picture or statue, Hdt.2.130, 143, A.Th.559, etc.; εἰ. γεγραμμένη Plu.2.1117c; εἰ. γραπτά IG4.940.23, cf. 3.1330; of needlework, E.IT223 (anap.); bust, Luc.Alex.18; εἰ. βασιλικαί, = Lat. imagines imperatorum, Lib. Or.56.13: generally, εἰ. τοῦ νοητοῦ θεὸς αἰσθητός Pl.Ti.92c.    2 image in a mirror, E.Med.1162, Pl.R.402b.    3 personal description, PTeb.32.21 (ii B. C.), etc.    4 metaph., living image, representation, εἰ. ζῶσα τοῦ Διός OGI90.3 (Rosetta, ii B. C.); τοῦ θεοῦ 2 Ep.Cor.4.4.    II semblance, phantom, E.HF1002; οὐ γὰρ ἐκεῖνος τέθνηκεν, ἀλλ' ἐγὼ ἡ εἰ. αὐτοῦ Luc.DMort.16.1; imaginary form, Pl.R.588b; image in the mind, εἰκοὺς πατρός E.Tr.1178; δοξῶν καὶ λόγων Pl.Phlb. 39c, etc.; εἰκόνας σῆς ἀρετῆς thy virtue's counterparts, of children, Epigr.Gr.435.4; περίβολον ἔχειν δεσμωτηρίου εἰκόνα Pl.Cra.400c; ἐν εἰκόνι βασιλείας Hdn.7.9.10.    III similitude, comparison, Ar.Nu. 559, Ra.906, Pl.Phd.87b, Men.80c, Men.536.1; δι' εἰκόνος λέγεσθαι Pl.R.487e, cf. Arist.Rh.1407a11, Lib.Ep.8.1.    IV pattern, archetype, ποτὶ τὰν εἰκόνα [κόσμος] ἀπειργασμένος Ti.Locr.99d.

Greek (Liddell-Scott)

εἰκών: ἡ γεν. -όνος, αἰτ. -όνα, κτλ. - Ποιητική τις καὶ Ἰων. ὀνομαστ. εἰκὼ ὑπονοεῖται (ἂν καὶ δὲν εὑρίσκεται) ἐκ τῆς γεν. εἰκοῦς, αἰτ. εἰκὼ Εὐρ. Μήδ. 1162, Ἡρόδ. 7. 69 (ἀλλ’ εἰκόνα 2. 143), αἰτ. πληθ. εἰκοὺς Εὐρ. Τρῳ. 1178, Ἀριστοφ. Νεφ. 559: (*εἴκω, ἔοικα): ὁμοίωμα, εἰκὼν (ἐζωγραφημένη), ἢ ἄγαλμα, ἀνδριάς, Ἡρόδ. 2. 130, 143, Αἰσχύλ. Θήβ. 559, κτλ.· εἰκὼν γεγραμμένη Πλούτ. 2. 1117C· ἐπὶ κεντήματος, Εὐρ. Ι. Τ. 223. - Περὶ τῆς ἀρχαιότητος ἀνδριάντων πρὸς ἀπεικόνισιν ἀνθρώπων, ἴδε Newton Halic. (Ἁλικαρνασσὸν) σ. 785. 2) τὸ ἐν κατόπτρῳ ὁμοίωμα, ἄψυχον εἰκὼ προσγελῶσα σώματος Εὐρ. Μήδ. 1162, Πλάτ. Πολ. 402Β. ΙΙ. φάσμα, φάντασμα, Εὐρ. Ἡ. Μαιν. 1002, Πλάτ., κτλ.· εἰκὼν ἐν τῇ διανοίᾳ, πατρὸς Εὐρ. Τρῳ. 1178· νοητοῦ θεοῦ Πλάτ. Τίμ. 92C· δοξῶν καὶ λόγων Πλάτ. Φίληβ. 39C· κτλ.· εἰκόνας σῆς ἀρετῆς, ἐπὶ τέκνων, Συλλ. Ἐπιγρ. 435. 4. 2) εἰκόνα, ὡς ἐπίρρ., ἐν εἴδει, δίκην τινός, Λατ. instar, δεσμωτηρίου εἰκόνα, δίκην δεσμωτηρίου, Πλάτ. Κρατ. 400C· οὕτω καὶ ἐν εἰκόνι βασιλείας Ἡρωδιαν. 7. 9, 21. ΙΙΙ. παρομοίωσις, τὰς εἰκοὺς τῶν ἐγχέλεων τὰς ἐμὰς μιμούμενοι Ἀριστοφ. Νεφ. 559, Πλάτ. Φαίδων 87Β, κ. ἀλλ.· δι’ εἰκόνων λέγειν ὁ αὐτ. Πολ. 487Ε· περὶ τῆς ῥητορικῆς χρήσεως τῆς παρομοιώσεως ἴδε Ἀριστ. Ρητ. 3. 4.

French (Bailly abrégé)

όνος (ὁ) :
1 image, portrait (tableau, statue, etc.);
2 image réfléchie dans un miroir;
3 ressemblance, similitude.
Étymologie: *εἴκω¹.

Spanish (DGE)

-όνος, ἡ

• Alolema(s): Ϝεικ- IChS 276 (Golgos)

• Morfología: [formas contractas sobre un tema en -os- no atestiguado en nom.: sg. ac. εἰκώ A.Th.559, E.Med.1162, IT 223, 816, Hdt.7.69, Pl.Ti.37d, Maiist.44; gen. εἰκοῦς E.Hel.77; plu. ac. εἰκούς A.Fr.78a.1, E.Tr.1178, Ar.Nu.559]
I concr.
1 estatua, imagen εἰκόνες τῶν παλλακέων τῶν Μυκερίνου ἑστᾶσι Hdt.2.130, cf. 143, Δαρεῖος εἰκὼ χρυσέην ... ἐποιήσατο Hdt.l.c., εἰκόνα δ' ἔστησεν τήνδε CEG 399 (Olimpia V a.C.), τῆς εἰκόνος τῆς Φιλίτου ... τοῦ ἀνδριάντος ἐξεῖλον τὸ ξῖφος quitaron la espada a la estatua que representaba a Filito, IEryth.503.2, cf. 20 (III a.C.), στῆσαι δὲ Λαρίχου εἰκόνα χαλκῆν ἐφ' ἵππου IPr.18.23 (III a.C.), cf. OGI 90.38 (Roseta II a.C.), IG 22.5796 (III d.C.), Iul.Ep.59.443c, εἰ. χαλκῆ ἔνοπλος IPE 12.352.51 (Quersoneso II a.C.), cf. ISE 129.36 (Apolonia II a.C.), εἰ. πεζικά IG 4.940.23 (Epidauro I a./d.C.), op. ἄγαλμα ‘estatua de culto’ καθιερῶσαι δὲ αὐτοῦ καὶ ἄγαλμα (en un templo) ... στῆσαι δὲ αὐτοῦ καὶ εἰκόνα χρυσῆν ἔφιππον (en el ágora) IP 246.10 (II a.C.), εἰκόνες καὶ ξόανα Luc.Alex.18, βάθρα εἰκόνων χαλκῶν Paus.8.49.1, de estatuas de dioses, Luc.Sacr.11, διεκώλυσεν ἀνθρωποειδῆ ... εἰκόνα θεοῦ ... κτίζειν ref. a la prohibición pitagórica, Clem.Al.Strom.1.15.71
de personif. παρὰ δὲ τοῦ Ἀγῶνος τὴν εἰκόνα Paus.5.26.3
de héroes y seres míticos τούτων μὲν τῶν εἰκόνων (Ἰφίτου καὶ Ἐκεχειρίας) Paus.5.26.2, δρακόντων τε καὶ ἄλλων θηρίων εἰκόνες Paus.8.42.4, de emperadores y reyes βασιλέως καταπεμφθεῖσαν εἰκόνα τιμῶντες Eus.E.Th.2.7, cf. A.Al.18.1.6
en las Escrituras imagen de una divinidad pagana, ídolo καὶ ἔθηκεν τὸ γλυπτὸν καὶ τὸ χωνευτόν, εἰκόνα ἣν ἐποίησεν, ἐν οἴκῳ θεοῦ LXX 2Pa.33.7, cf. Is.40.19, οἱ προσκυνοῦντες τῇ εἰκόνι αὐτοῦ (τοῦ θηρίου) Apoc.16.2
ref. la prohibición mosaica sobre las figuras humanas o anim. μὴ ἀνομήσητε καὶ ποιήσητε ὑμῖν ἑαυτοῖς γλυπτὸν ὁμοίωμα, πᾶσαν εἰκόνα LXX De.4.16
de anim. figura como reclamo para la caza ἢν εἰκόνα ἐλάφου δείξειεν ἀγρευτής D.P.Au.1.11.
2 retrato, representación en relieve, en piedra u otros soportes θηρὸς ἐχθίστου ... εἰκὼ φέροντα πολεμίας ἐπ' ἀσπίδος A.Th.559, θεῶν τε εἰκόνας ἐν δακτυλίοις μὴ φορεῖν Porph.VP 42 (= Pythag.C 6), cf. Plb.15.31.9, en un bordado Παλλάδος Ἀτθίδος εἰκώ E.IT 223, cf. 816, pintado γεγραμμένη εἰκών Ar.Ra.538, cf. Pl.Phlb.39b, Plu.2.1117c, τὴν εἰκόνα αὐτῆς, ἣν εἶχεν ἐπὶ πίνακι γεγραμμένην Artem.5.53, en cera τιθέασι τὴν εἰκόνα τοῦ μεταλλάξαντος εἰς τὸν ἐπιφανέστατον τόπον τῆς οἰκίας Plb.6.53.4, en monedas τίνος ἡ εἰ. αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή Eu.Matt.22.20, en piedra λίθος δὲ εἰκόνα Γαΐου ἐγγεγλυμένος I.AI 19.185, εἰ. γραπτὴ τελεία retrato de tamaño natural, IKios 22.4 (I d.C.?), εἰ. γραπτὴ ἔνοπλος retrato sobre clípeo, IKios 22.15 (I d.C.?), cf. IGBulg.12.315.9 (Mesambria I a.C.), IPE 12.40.40 (Olbia II/III d.C.), εἰ. γραπτὰ ἐν ὅπλῳ ἐνχρύσῳ retrato pintado sobre un escudo dorado, IKyme 19.34 (I a./d.C.), cf. Lindos 420a.23 (heleníst.)
quizá en sinéc. de la imagen, en una estela ἄλλο μάρμαρον ἀπὸ βασανίτου λίθου ... ὡς εἰκών otro monumento de piedra basáltica a modo de estela Cosm.Ind.Top.2.55.
3 gener. representación, efigie, retrato sin especificar el soporte εἰκόν' αὑτῆς ἔθηκε Call.Epigr.38.2, ἀνδριάντων καὶ εἰκόνων καταξιούμενοι personajes dignos de que se les erijan estatuas y retratos Vett.Val.38.16, εἰκόνας ἀρχαῖα ζωγραφήματα ἐχούσας Hierocl.Facet.78.
4 imagen reflejada en un espejo o en el agua ἄψυχον εἰκὼ ... σώματος E.Med.1162, εἰκόνας γραμμάτων, εἴ που ... ἐν κατόπτροις ἐμφαίνοιντο Pl.R.402b, ἐν ὕδατι ἤ τινι τοιούτῳ σκοπεῖσθαι τὴν εἰκόνα αὐτοῦ Pl.Phd.99d, cf. R.509e.
II fig., como representación mental
1 imagen, representación τὸ τοῦ Διὸς ὄνομα σύμβολόν ἐστι καὶ εἰ. ἐν φωνῇ δημιουργικῆς οὐσίας el nombre de Zeus es símbolo e imagen sonora de su esencia creadora Democr.B 142, cf. 26, οὕτως εἰκόνας τῶν ὁρωμένων πραγμάτων ἡ ὄψις ἐνέγραψεν ἐν τῷ φρονήματι Gorg.B 11.17, τῶν λεγομένων εἰκόνας ἐν τῇ ψυχῇ γράφει partiendo de una comparación para explicar el proceso lingüístico y mental, Pl.Phlb.39b, εἰκόνα πλάσαντες τῆς ψυχῆς λόγῳ Pl.R.588b, δεσμωτηρίου εἰκόνα del cuerpo como imagen o representación de la cárcel del alma, Pl.Cra.400c, καὶ καθὼς ἐφορέσαμεν τὴν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου 1Ep.Cor.15.49, τὴν εἰκόνα ἔλαθεν περιφέρουσα τοῦ πάθους ἡ ψυχή Clem.Al.Strom.2.20.111, ἱεραρχίαν ... εἰκόνα τῆς θεαρχικῆς ὡραιότητος Dion.Ar.CH 3.2
de hombres (reyes, emperadores) que son imagen de un dios εἰκὼν ζῶσα τοῦ Διός en la titulatura de Ptolomeo Filopátor PMonac.45.11 (III a.C.), τιμᾶν βασιλέα καὶ προσκυνεῖν ὡς εἰκόνα θεοῦ Plu.Them.27, τοὺς ἀγαθοὺς ἄνδρας ... θεῶν εἰκόνας εἶναι D.L.6.51, ἀνὴρ ... εἰ. καὶ δόξα θεοῦ ὑπάρχων 1Ep.Cor.11.7
en la relig. órfica τοῦ ᾠοῦ ἡ εἰκών representación del huevo cósmico Ach.Tat.Intr.Arat.6 (= Orph.Fr.70)
crist. imagen, trasunto de Cristo como hombre viva imagen del Padre τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰ. τοῦ θεοῦ 2Ep.Cor.4.4
ref. a los cristianos que son imagen de Cristo τὴν δόξαν κυρίου κατοπτριζόμενοι τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα 2Ep.Cor.3.18, cf. Ep.Rom.8.29, Ep.Col.3.10.
2 copia, imitación, semejanza ὦ χεῖρες, ὡς εἰκοὺς μὲν ἡδείας πατρὸς κέκτησθ' E.Tr.1178, εἰκὼν τοῦ νοητοῦ θεὸς αἰσθητός dios sensible, imitación del (dios) inteligible Pl.Ti.92c, op. ἀρχέτυπον Porph.Sent.33, cf. Aristid.Quint.67.13, εἰκόνας ἧς ἀρετῆς παῖδας γαμέτῃ προλιποῦσα dejando a su esposo unos hijos que son el vivo retrato de su virtud, GVI 1404.4 (Traconítide II/III d.C.), de Dios encarnado que, como hombre será εἰ. τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ LXX Sap.7.26.
III aparición, espectro, fantasma ἀλλ' ἦλθεν εἰ., ὡς ὁρᾶν ἐφαίνετο Πάλλας E.HF 1002, ἐκεῖνος τέθνηκεν, ἀλλ' ἐγὼ ἡ εἰ. αὐτοῦ de Heracles, Luc.DMort.11.1
simulacro de Helena Hom.Clem.2.25.2.
IV en la lengua imagen, símil, comparación τὰς εἰκοὺς τῶν ἐγχέλεων τὰς ἐμὰς μιμούμενοι Ar.Nu.559, ἀποκρίσεως δι' εἰκόνος λεγομένης Pl.R.487e, Σωκράτη ... ἐπαινεῖν ... δι' εἰκόνων Pl.Smp.215a, cf. Phd.87b, Men.80c, Ar.Ra.906, distinto de la metáfora, Arist.Rh.1407a12, εἰκόν' ... ὁμοίαν τῷ γεγονότι πράγματι Men.Fr.420.1, χρησάμενος εἰκόσι τῶν δημιουργικῶν τεχνῶν D.H.Comp.6.2, distinto de la παραβολή: καλλωπίσεις δὲ τὸν λόγον καὶ εἰκόσι ... καὶ παραβολαῖς Men.Rh.433, cf. Gal.5.432, Lib.Ep.8.1.
V modelo ideal, ejemplo (κόσμος) ... ποτὶ τὰν εἰκόνα παντελῶς ἀπειργασμένος Ti.Locr.99d, τῶν πεπλανημένων πρότερον τοῖς ὕστερον ἐπιδεικνύς τὰς εἰκόνας Clem.Al.Paed.1.1.2, cf. 3, γένοιτο δ' ἂν καὶ οὗτος ἀρχέτυπος εἰ. ζῶσα καὶ ἔμψυχος Eus.PE 7.8.18, εἰκόνι ... ἐγκοπῆς χρόνων χελιδόνι κέχρηται ha usado (Pitágoras) la golondrina como ejemplo de cambio brusco de los tiempos e.d. inconstancia Iambl.Protr.21 (p.145.1), εἰκὼν τοῦ κατ' ἀρετὴν βίου Amph.Seleuc.220.
VI ref. aspecto externo de pers.
1 descripción de una pers. λαβὲ δὲ καὶ τὰς εἰκόνας τῶν ναυτῶν PRyl.558.7 (III a.C.), ὧν [τὰ ὀνόματα] καὶ τὰς εἰκόνας ὑπογέγραφά σοι PCair.Zen.15ue.20 (III a.C.), cf. PTeb.32.21 (II a.C.).
2 apariencia externa, peyor. simulacro, mascarada ἐν εἰκόνι τε βασιλείας τελευτήσας Hdn.7.9.10.
VII en la exégesis judeo-crist. imagen, representación op. σκιά ‘esbozo’, en la tipología del AT σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων ref. pasajes que prefiguran el NT Ep.Hebr.10.1, cf. Meth.Symp.5.7.128, Eus.Theoph.6 (p.19), M.23.956C
de la realidad perceptible como imagen del modelo inteligible y sobrenatural ἡ δεκάλογος δὲ κατὰ μὲν οὐράνιον εἰκόνα περιέχει ἥλιον Clem.Al.Strom.6.16.133, οἱ τὰς εἰκόνας ἐπιτελοῦντες, καὶ τὰ σύμβολα, καὶ τοὺς τύπους τῶν ἀληθῶν Eus.M.23.973A, cf. 1004C.

English (Strong)

from εἴκω; a likeness, i.e. (literally) statue, profile, or (figuratively) representation, resemblance: image.

English (Thayer)

εἰκόνος (accusative ἐικοναν, ἄρσην, ἡ (ἘΙΚΩ which see); (from Aeschylus and Herodotus down); the Sept. mostly for צֶלֶם; an image, figure, likeness;
a.εἰκών τῶν πραγμάτων, the image of the things (namely, the heavenly things), in ἡ σκιά, just as in Cicero, de off. 3,17 solida et expressa effigies is opposed to umbra; εἰκών τοῦ Θεοῦ is used of the moral likeness of renewed men to God, εἰκών τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ the image of the Son of God, into which true Christians are transformed, is likeness not only to the heavenly body (cf. εἰκών τίνος, the image of one; one in whom the likeness of anyone is seen: εἰκών Θεοῦ is applied to Prayer of Manasseh , on account of his power of command (see δόξα, III:3a. α.), Lightfoot and Meyer on Colossians , the passage cited). [ SYNONYMS: εἰκών, ὁμοίωμα: ὁμοίωμα denotes often not mere similarity but likeness (see ὁμοίωμα, b. and cf. Meyer on εἰκών adds to the idea of likeness the suggestions of representation (as a derived likeness) and manifestation. Cf. Trench, § xv.; Lightfoot as above]

Greek Monolingual

η
βλ. εικόνα.

Greek Monotonic

εἰκών: ἡ, γεν. -όνος, αιτ. -όνα κ.λπ.· ποιητ. και Ιων. τύποι (όπως αν προερχόταν από το εἰκώ), γεν. εἰκοῦς, αιτ. εἰκώ, πληθ. εἰκούς (*εἴκω, ἔοικα
I. 1. ομοίωμα, εικόνα, προσωπογραφία, σε Ηρόδ., Αισχύλ.
2. είδωλο σε καθρέφτη, σε Ευρ., Πλάτ.
II. φαινόμενο, φάντασμα, σε Ευρ., Πλάτ. κ.λπ.· εικόνα στο μυαλό, στον ίδ.
III. ομοιότητα, similé, σε Αριστοφ., Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

εἰκών: όνος, поэт. тж. οῦς ἡ (Her. acc. sing. ώ, acc. pl. Eur., Arph. ούς)
1) изображение, подобие (изваяние, портрет и т. п.) (χρυσῆ Plat.; λιθίνη Plut.): εἱ. γεγραμμένη τινός Plut. картина, изображающая что-л.;
2) образ, отражение (εἰκόνες ἐν ὕδασιν ἢ ἐν κατόπτροις Plat.);
3) видение, призрак (ἦλθεν εἰ. Eur.);
4) образ, сравнение, уподобление (δι᾽ εἰκόνων λέγειν Plat.; αἱ τῶν ποιητῶν εἰκόνες Arst.);
5) представление, мысленный образ (πατρός Eur.).

Frisk Etymological English

-όνος
Grammatical information: f.
Meaning: representation, picture, resemblance.
Other forms: (Ion.-Att., Ϝεικόνα Cypr.), Ion. also εἰκώ, -οῦς f.
Compounds: As 1. member a. o. in εἰκονολογία speaking in pictures (Pl.).
Derivatives: Dimin. εἰκόνιον (hell.) and -ίδιον (late); εἰκονικός picturing (hell.), εἰκονώδης (gloss.). Denomin. verb (ἐξ-)εἰκονίζω imitate, describe in documents (LXX, pap., Plu.; cf. Mayser Pap. 1 : 3, 146) with εἰκόνισμα = εἰκών (S. Fr. 573; cf. Chantr. Form. 188), εἰκονισμός picture, personal description (pap., Plu.), εἰκονιστής name of an official, registrator (pap.).
Origin: IE [Indo-European] [1129] *u̯eik- resemble
Etymology: Formation in -ών (Chantraine 159f.), as agent noun directly to ἔοικα (s. v.) with the same vocalisation as in εἰκώς, -ός, εἴκελος. - On the innovation εἰκώ s. Schwyzer 479 n. 4.

Middle Liddell

[*εἴκω, ἔοικα
I. a likeness, image, portrait, Hdt., Aesch.
2. an image in a mirror, Eur., Plat.
II. a semblance, phantom, Eur., Plat., etc.: an image in the mind, Plat.
III. a similitude, simile, Ar., Plat.

Frisk Etymology German

εἰκών: -όνος
{eikṓn}
Forms: (ion. att., ϝεικόνα kypr.), ion. poet. auch εἰκώ, -οῦς f.
Grammar: f.
Meaning: Abbild, Bild, Gleichnis.
Composita : Als Vorderglied u. a. in εἰκονολογία das Reden in Bildern (Pl.).
Derivative: Ableitungen: Deminutiva εἰκόνιον (hell. u. sp.) und -ίδιον (sp.); εἰκονικός abbildend, bildlich (hell. u. sp.), εἰκονώδης (Gloss.). Denominatives Verb (ἐξ-)εἰκονίζω nachbilden, kopieren, urkundlich beschreiben (LXX, Pap., Plu. usw.; vgl. Mayser Pap. 1 : 3, 146) mit εἰκόνισμα = εἰκών (S. Fr. 573 usw.; vgl. Chantraine Formation 188), εἰκονισμός Abbildung, Personalbeschreibung (Pap., Plu. u. a.), εἰκονιστής Ben. eines Beamten, Personalbeschreiber, Registrator (Pap.).
Etymology : Bildung auf -ών (Chantraine 159f.), wohl eigentlich als Nomen agentis direkt zu ἔοικα (s. d.) mit derselben Vokalisation wie in εἰκώς, -ός, εἴκελος. — Über die Neubildung εἰκώ s. Schwyzer 479 A. 4 m. Lit.
Page 1,454-455

Chinese

原文音譯:e⋯kèn 誒寬
詞類次數:名詞(23)
原文字根:模擬 相當於: (פֶּסֶל‎)
字義溯源:相像,形像,偶像,形狀,外表,像,模樣;源自(ἔοικα)*=相似)。參讀 (εἶδος)同義字
出現次數:總共(23);太(1);可(1);路(1);羅(2);林前(3);林後(2);西(2);來(1);啓(10)
譯字彙編
1) 像(14) 太22:20; 可12:16; 路20:24; 西1:15; 啓13:14; 啓13:15; 啓13:15; 啓13:15; 啓14:9; 啓14:11; 啓15:2; 啓16:2; 啓19:20; 啓20:4;
2) 形像(6) 林前11:7; 林前15:49; 林前15:49; 林後3:18; 林後4:4; 西3:10;
3) 真像(1) 來10:1;
4) 模樣(1) 羅8:29;
5) 偶像(1) 羅1:23