Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σαστίζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

Ν
1. προκαλώ σε κάποιον σύγχυση, τον κάνω να τά χάσει («μέ σάστισε με τις φωνές του»)
2. (αμτβ.) περιέρχομαι σε αμηχανία, τά χάνω («σάστισα, έτσι ξαφνικά που σέ είδα»)
3. φρ. «τά σάστισα» — τά έχασα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. şaştim, αόρ. του şaşmak].