Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμηχανία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (Α ἀμηχανία) ἀμήχανος
απορία, έλλειψη τρόπου για διέξοδο από δυσχέρειες, στενοχώρια
νεοελλ.
δυσχέρεια, αμφιβολία, ενδοιασμός
αρχ.
έλλειψη μέσων και τρόπων για την ικανοποίηση βιοτικών αναγκών, ένδεια.