Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκληροσώματος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: σκληροσώμᾰτος Medium diacritics: σκληροσώματος Low diacritics: σκληροσώματος Capitals: ΣΚΛΗΡΟΣΩΜΑΤΟΣ
Transliteration A: sklērosṓmatos Transliteration B: sklērosōmatos Transliteration C: sklirosomatos Beta Code: sklhrosw/matos

English (LSJ)

ον,

   A with a hard body, Alex.Aphr.Pr.1.120.

German (Pape)

[Seite 901] hartleibig ἄνδρες, Alex. Aphrod.

Greek (Liddell-Scott)

σκληροσώμᾰτος: -ον, ὁ ἔχων σκληρὸν σῶμα, Ἀλεξ. Ἀφρ. Προβλ. 1. 120.

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που έχει σκληρό, δυνατό σώμα.