Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σπαράγγι

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

και σφαράγγι, το, Ν
βοτ. κοινή ονομασία του φυτού ασπάραγος, που ανήκει στην οικογένεια λιλιίδες, καθώς και τών νεαρών βλαστών του και τών διαφόρων ποικιλιών του, που είναι εδώδιμα και θεωρούνται από τα εκλεκτότερα λαχανικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ἀσπαράγ(γ)ιον, υποκορ. του ἀσπάραγος, με σίγηση του αρκτικού άτονου α-].