Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στερεόδερμος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: στερεόδερμος Medium diacritics: στερεόδερμος Low diacritics: στερεόδερμος Capitals: ΣΤΕΡΕΟΔΕΡΜΟΣ
Transliteration A: stereódermos Transliteration B: stereodermos Transliteration C: stereodermos Beta Code: stereo/dermos

English (LSJ)

ον,

   A with hard skin or coat, Sch.Nic.Th. 376.

German (Pape)

[Seite 936] mit fester Haut, Schol. Nic. Th. 376.

Greek (Liddell-Scott)

στερεόδερμος: -ον, ὁ ἔχων στερεὸν δέρμα, σκληρόν, Σχόλ. εἰς Νικ. Θηρ. 376.

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που έχει σκληρό δέρμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στερεός + δέρμα].