Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στομάχι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το, Ν στόμαχος
1. ο στόμαχος
2. το σημείο του σώματος όπου βρίσκεται ο στόμαχος («του 'δωσε μια γροθιά στο στομάχι»)
3. το τμήμα του πολεμικού θώρακα που προστατεύει την περιοχή του στομάχου («οι κονταριές εδώκασι στο σιδηρό στομάχι», Ερωτόκρ.)
4. φρ. α) «έχω στομάχι» — πάσχω από δυσπεψία
β) «έχω το στομάχι μου» — πάσχω από χρόνια πάθηση του στομάχου
γ) «μού κάθεται στο στομάχι» ή «μού κάθησε στο στομάχι»
i) (για τροφή) είναι δύσπεπτη
ii) (για πρόσ. ή πράγμα) είναι αντιπαθητικός
δ) «έχω μεγάλο στομάχι» — είμαι υπομονητικός, υπομένω χωρίς διαμαρτυρίες.