Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στομοκοπώ

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-έω, Α
μασώ, ξεκοκαλίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στόμα + -κοπῶ (< -κόπος < κόπτω), πρβλ. χειρο-κοπῶ].