Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόπτω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: κόπτω Medium diacritics: κόπτω Low diacritics: κόπτω Capitals: ΚΟΠΤΩ
Transliteration A: kóptō Transliteration B: koptō Transliteration C: kopto Beta Code: ko/ptw

English (LSJ)

Od.18.28, etc.: fut.

   A κόψω Hippon.83, Men.Pk.64, etc.: aor. ἔκοψα, Ep. κόψα Il.13.203: pf. κέκοφα (ἐκ-) X.HG6.5.37, (περι-) Lys.14.42, (συγ-) Pl.Tht.169b; Ep. part. κεκοπώς Il.13.60 (v.l. -φώς, -πών), Od.18.335:—Med., fut. κόψομαι LXX Ez.6.9: aor. ἐκοψάμην Hdt.4.166:—Pass., fut. κεκόψομαι (ἀπο-) Ar.Nu.1125, (ἐκ-) Id.Ra. 1223, (κατα-) X.An.1.5.16, κοπήσομαι LXX Je.8.2, Gal.13.759: aor. ἐκόπην A.Ag.1278, Ar.Ra.723, Th.8.13: pf. κέκομμαι A.Pers.683:— cut, strike,    1 smite, ο' ἀμφὶ κάρη κεκοπὼς χερσὶ στιβαρῇσι Od.18.335: c. dupl. acc., κόψε δὲ παπτήναντα παρήϊον smote him on the cheek, Il.23.690.    2 smite with weapons, κόπτοντες δούρεσσι μετάφρενον Od.8.528; τοῖσι Πέρσῃσι εἵποντο κόπτοντες Hdt.6.113: metaph. in Pass., with play on words, αἰεὶ κόπτῃ ῥήμασι καὶ κοπίσιν AP11.335.    3 smite, slaughter an animal with an axe or mallet, κόψας ἐξόπιθεν κεράων βοός Il.17.521, cf. Od.14.425, X.An.2.1.6; in Trag., A.Ag.1278, Eu.635, E.El.838.    4 cut off, chop off, κεφαλὴν ἀπὸ δειρῆς κόψεν Il.13.203; χεῖράς τ' ἠδὲ πόδας κόπτον Od.22.477; κ. [τὰ γέρρα] ταῖς μαχαίραις X.An.4.6.26; κ. δένδρα cut down or fell trees, Th.2.75, X. HG5.2.39,43; κ. τὴν χώραν lay it waste, ib.3.2.26, 4.6.5:—in Pass., of ships, to be shattered, disabled by the enemy, Th.4.14,8.13:—metaph., φρενῶν κεκομμένος A.Ag.479 (lyr.); τὸν ὕπνον ἁ φροντὶς κόπτοισα preventing, Theoc.21.28; [πνεῦμα] κοπτόμενον being suddenly stopped, arrested, Arist.Mete.367a10.    5 strike, beat a horse, to make him go faster, κόψε δ' Ὀδυσσεὺς τόξῳ Il.10.513; also σκηπανίῳ Γαιήοχος ἀμφοτέρω (sc. Αἴαντε) κεκοπὼς πλῆσεν μένεος 13.60.    6 hammer, forge, κόπτε δὲ δεσμούς 18.379, Od.8.274; later, stamp metal, i.e. coin money, κ. νόμισμα IG12(5).480.11 (Siphnos, Athenian Law), Xenoph.4, Hdt.3.56:—Med., coin oneself money, order to be coined, κ. χρυσοῦ καὶ ἀργύρου νόμισμα Id.1.94, cf. 4.166:—Pass., of money, to be stamped or coined, [νομίσμασιν] μόνοις ὀρθῶς κοπεῖσι Ar.Ra.723, cf. 726.    7 knock or rap at, τὴν θύραν Id.Nu.132, Pl.1097, And. 1.41, X.HG5.4.7, Men.Epit.538, Phld.Vit.p.30 J., Plu.Alc.8, etc.; without θύραν, οὗτος, τί κόπτεις; Ar.Ec.976.    8 pound, bray in a mortar, κυπἐρου κεκομμένου Hdt.4.71; ἀσταφίδα κεκ. Alex.127.4; ἔλαιον κεκ., i.e. pure oil, LXX 3 Ki.5.11.    9 knock, dash about, τὸ ὕδωρ ὅταν κοπῇ Pl.Ti.60b; κόνις… κοπτομένη… ὑφ' ἅρμασι Hes. Sc.63; θάλασσα κοπτομένη πνοιαῖς Theoc.22.16.    10 of birds, peck, Arist.HA609b5; ὁ ἁλιάετος… τὰ λιμναῖα κ. preys on the lagoon life, ib.593b24; σπειρὴν κ. peck at, Arat.449; of fish, gnaw, Arist.HA 620b17; of a snake, strike, Il.12.204:—Pass., of wood or seeds, to be worm-eaten, Thphr.HP3.18.5, 8.11.2.    b munch, masticate, dub. in Chionid.6.    11 ὁ ἵππος κ. τὸν ἀναβάτην jars his rider by his paces, X.Eq.1.4:—Pass., ib.8.7, Hp.Aër.21.    12 κ. ὄνους dress, prepare mill-stones for use, Alex.13; set, sharpen, Herod.6.84:—Med., AP 11.253 (Lucill.).    13 metaph., tire out, weary, μήθ' ὑμῖν ἐνοχλῶ μήτ' ἐμαυτὸν κ. D.Prooem.29, cf. Alciphr.2.3; λέγων φαίνου τι δὴ καινὸν... ἢ μὴ κόπτε με Hegesipp.1.3, cf. Sosip.1.20; μὴ κόπτ' ἔμ', ἀλλὰ τὰ κρέα Alex.173.12; κ. τὴν ἀκρόασιν D.H.Comp.19; κ. τὰ ὦτα Poll.6.119; κ. ἐρωτήμασιν ἀκαίροις Plu.Phoc.7, cf. Moer.p.74 P.:—Pass., to be worn out, κοπτόμενοι ἀεὶ ταῖς στρατείαις D.2.16.    II Med. κόπτομαι, beat or strike oneself, beat one's breast or head through grief, κεφαλὴν δ' ὅ γε κόψατο χερσίν Il.22.33, cf. Hdt.2.121.δ (also Act. τί κόπτεις τὴν κεφαλήν; Men.Her.4); κόπτεσθαι μέτωπα Hdt.6.58 (with μαχαίρῃσι added 2.61): abs., Pl.Phd.60b, R.619c: pf. Pass., [πόλις] κέκοπται A.Pers. 683:—Act. c. acc. cogn., ἐκοψα κομμὸν Ἄριον Id.Ch.423 (lyr.).    2 κόπτεσθαί τινα mourn for any one, κόπτεσθ' Ἄδωνιν Ar.Lys.396, cf. Ev.Luc.8.52; but also ἐπί τινα Apoc.1.7, 18.9 (v.l. αὐτῇ). (Cf. Lith. kapóti, Lett. kapāt 'chop small', 'beat', 'stamp', Lat. capo 'capon', perh. σκέπαρνον.)

German (Pape)

[Seite 1484] perf. bei Hom. κεκοπώς, vgl. διακέκοφα, aor. ἐκόπην, s. κατακ., – 1) schlagen, hauen; ὅστις σ' ἀμφὶ κάρη κεκοπὼς χερσὶ στιβαρῇσιν δώματος ἐκπέμψῃσι Od. 18, 334; κόψε δὲ παπτήναντα παρήϊον, er schlug ihn auf die Wange, Il. 23, 690; ποτὶ γαίῃ Od. 9, 289; δούρεσσι μετάφρενον ἠδὲ καὶ ὤμους 8, 528, treffen. verwunden; auch übertr., ῥήμασι κόπτειν, mit Schmähreden verwunden; ῥήμασι καὶ κοπίσιν Ep. ad. 89 (XI, 335); erschlagen, schlachten, von Ochsen, ll. 17, 521, von Schweinen, Od. 14, 425, die auf den Kopf geschlagen werden; so κόπτοντες βοῦς καὶ ὄνους ἐπορίζοντο σῖτον Xen. An. 2, 1, 5; vgl. auch ἱκτῆρας ἐκθύει ξένους κόπτων Eur. Cycl. 371; ἐν δ' ἀτέρμονι κόπτει πεδήσασ' ἄνδρα δαιδάλῳ πέπλῳ Aesch. Eum. 605, vgl. Ag. 1251; – abhauen, χεῖρας καὶ πόδας, κεφαλὴν ἀπὸ δειρῆς, Il. 13, 203 Od. 22, 477; κύπερος κεκομμένος Her. 4, 71; bes. Bäume umhauen, δένδρα Xen. Hell. 5, 2, 43, und daher ἐπορεύετο κόπτων καὶ κάων τὴν χώραν, 3, 2, 26, das Land verheerend, durch Umhauen der Bäume u. Anzünden des Getreides u. des Strauchwerks, wie der Häuser, und allein, τὴν χώραν κόπτων, 4, 6, 5; häufiger τέμνειν. – Aber σῖτος κόπτεται ist = das Getreide verdirbt, eigtl. wird von Würmern beschädigt, Theophr.; – schlagen, verwunden; κόψε γὰρ αὐτὸν κατὰ στῆθος, von einer Schlange, beißen, Il. 12, 204; τὰ μέτωπα κόπτονται μαχαίραις Her. 2, 61; von Vögeln, hacken, Arist. H. A. 9, 1; Arat. 448; von Fischen, anbeißen, Arist. H. A. 9, 37; – auch von Schiffen, die einen Stoß der feindlichen erhalten, κοπεῖσαι ὑπὸ τῶν Ἀττικῶν Thuc. 8, 13, wie Plut. Alc. 27 sagt προσκείμενος ἔκοπτε τὰς ναῦς καὶ συνετί. τρωσκε ἄνδρας. – Uebertr., Aesch. Ag. 479 φρενῶν κεκομμένος, wie sonst βεβλαμμένος, vom Wahnsinn. – Auch schlagen, um zum Laufen anzutreiben, wie Odysseus die Rosse mit dem Bogen schlägt, Il. 10, 513, u. Poseidon die beiden Aias ermuthigt, ἀμφοτέρω κεκοπὼς πλῆσεν μένεος 13, 60; – hämmern, schmieden, κόπτε δὲ δεσμούς, vom Hephästus, Il. 18, 379 Od. 8, 274 (vgl. ἐλαύνω). – Bes. auch = Geld schlagen, prägen, νόμισμα μολίβδου, Münze aus Blei, Her. 3, 56; καλλίστοις νομισμάτων καὶ μόνοις ὀρθῶς κοπεῖσιν Ar. Ran. 721; Arist. Oec. 2, 20 und Sp.; auch med., = schlagen lassen, Her. 4, 166; und = act., Αἰγινῆται πρῶτον νόμισμα ἐκόψαντο, eigtl. für sich, Ael. V. H. 10, 12; – θύραν, an die Thür klopfen, pochen, wie der thut, der in das Haus hineingehen will, nach den Atticisten die eigtl. att, Form, hellenistisch κρούειν (w. m. s.); τίς ἔσθ' ὁ κόπτων τὴν θύραν; Ar. Plut. 1097; Xen. Hell. 5, 4, 7 u. A.; auch Sp., wie Plut. Alc. 8; auch πρὸς τὴν θύραν, Luc. Nigrin. 2; – zerstoßen, im Mörser, Her. 4, 71; κόνις κοπτομένη ὑφ' ἅρμασι Hes. sc. 62. – 2) im mildern Sinne, Einem lästig fallen, ihn bedrängen, quälen; οἱ κοπτόμενοι wird Dem. 2, 16 ταλαιπωρούμενοι erkl.; vgl. Hegesipp. bei Ath. VII, 290 b u. Sosipat. ib. IX, 378 b (v. 20); ermüden, obtundere, ἐρωτήμασιν ἀκαίροις Plut. Phoc. 7. – Aehnl. von Pferden, stoßen, durch Stoßen den Reiter ermüden, τὸν ἀναβάτην κόπτει ὁ ἵππος Xen. de re equ. 1, 4, vgl. 8, 7. – 3) Med. sich schlagen, κεφαλήν Il. 22, 33, wie Her. 2, 161, 4; bes. = sich die Brust schlagen, zum Zeichen der Trauer, dah. trauern, wehklagen, wie plangere; πόλις στένει, κέκοπται Aesch. Pers. 683, der auch ἔκοψε κομμὸν Ἄρειον verbindet in dieser Bdtg, Ch. 417; κόπτεσθ' Ἄδωνιν Ar. Lys. 397; κόπτεσθαι καὶ ὀδύρεσθαι τὴν αἵρεσιν Plat. Rep. X, 619 c; βοῶσάν τε καὶ κοπτομένην Phaed. 60 a; neben πενθεῖν, Luc. Sacrif. 15; a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

κόπτω: μέλλ. κόψω: ἀόρ. ἔκοψα: πρκμ. κέκοφα (ἐν τοῖς συνθέτοις ἐκ-, περι-, συγ-), Ἐπικ. μετοχ. κεκοπὼς Ἰλ. Ν. 60, Ὀδ. Σ. 334. ― Μέσ. μέλλ. κόψομαι Ἑβδ., (ἀλλ’ ἐπὶ παθητ. σημασίας Χρησμ. Σιβυλλ. 3. 651, 731): ἀόρ. ἐκοψάμην Ἡρόδ.· ― Παθ. μέλλ. κεκόψομαι (ἐν συνθέτοις ἀπο-, ἐκ, κατα-), κοπήσομαι (συγ-): ἀόρ. ἐκόπην Αἰσχύλ. Ἀγ. 1278, Ἀριστοφ., Θουκ.: πρκμ. κέκομμαι Αἰσχύλ. (Ἐκ τῆς √ΚΟΠ, πρβλ. πρκμ. κεκοπώς: ἀόρ. κοπῆναι, κοπίς, κοπή, κόπανον, ἴσως ὡσαύτως κωφός· ἀλλὰ ἡ λέξις σκέπαρνον, παραβαλλομένη πρὸς τοὺς Σλαυικοὺς τύπους skop-iti (castrare), κτλ., φαίνεται δεικνύουσα ὅτι ὁ ἀρχικὸς τύπος ἦν ΣΚΕΠ ἢ ΣΚΟΠ). Κόπτω, πλήττω, κτυπῶ, Λατ. caedo, ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου καὶ ἐφεξῆς κατὰ διαφόρους σχέσεις, 1) πλήττω, κτυπῶ, ἀμφὶ κάρα κεκοπὼς χερσὶ στιβαρῇσι Ὀδ. Σ. 334· μετὰ διπλῆς αἰτ., κόψε δὲ παπτήναντα παρήϊον, τὸν ἔπληξε κατὰ τὴν παρειάν, Ἰλ. Ψ. 690. 2) πλήττω ἢ κτυπῶ δι’ ὅπλων, Λατ. ferire, κόπτοντες δούρεσσι μετάφρενον Ὀδ. Θ. 528, πρβλ. Ἰλ. Μ. 204· τοῖσι Πέρσῃσι εἵποντο κόπτοντες Ἡρόδ. 6. 113· μεταφορ., ῥήμασι κ. Ἀνθ. Π. 11. 335. 3) κτυπῶ ζῷον διὰ πελέκεως ἢ σφύρας ὅπως τὸ φονεύσω, κόψας ἐξόπισθεν κεράων βοὸς Ἰλ. Ρ. 521, πρβλ. Ὀδ. Ξ. 425, Ξεν. Ἀν. 2. 1, 6· ἰδίως, ὁπόταν νοῆται ἡ ὑπὸ τοῦ κρεοπώλου σφαγή, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1278, Εὐμ. 635, Εὐρ. Ἠλ. 838. 4) ἀποκόπτω, ἐκκόπτω, κατακόπτω, κεφαλὴν ἀπὸ δειρῆς κόψεν Ἰλ. Ν. 203· χεῖράς τ’ ἠδὲ πόδας κόπτον Ὀδ. Χ. 477· κ. τὰ γέρρα ταῖς μαχαίραις Ξεν. Ἀν. 4. 6, 26· κ. δένδρα, κατακόπτω, κόπτων κρημνίζω, Θουκ. 2. 75, Ξεν. Ἑλλ. 5. 2, 39, 43· κ. τὴν χώραν, ὡς τὰ κείρειν, τέμνειν, κατακόπτω τὰ δένδρα αὐτῆς, δενδροτομῶ, ἐρημώνω, αὐτόθι 3. 2, 26., 4. 6, 5· ― ἐπὶ πλοίων, ἐν τῷ παθ. τύπῳ, συντρίβομαι, καθίσταμαι ἄχρηστον ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, Θουκ. 4. 14., 8. 13· ― μεταφ., φρενῶν κεκομμένος, ὡς τὸ νόου βεβλαμμένος, Αἰσχύλ. Ἀγ. 479· ἁ φροντὶς κόπτοισα τὸν ὕπνον ἐμποδίζουσα, Θεόκρ. 21. 28· πνεῦμα κοπτόμενον, αἴφνης διακοπτόμενον, κρατηθέν, Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 8, 16. 5) κτυπῶ ἵππον, ὅπως ἀναγκάσω αὐτὸν νὰ τρέχῃ ταχύτερα, κόπτε δ’ Ὀδυσσεὺς τόξῳ Ἰλ. Κ. 513· οὕτωςΠοσειδῶν παρορμᾷ τοὺς δύο Αἴαντας, σκηπανίῳ… ἀμφοτέρω κεκοπὼς πλῆσεν μένεος Ἰλ. Ν. 60. 6) κτυπῶ, σφυρηλατῶ, κόπτε δὲ δεσμοὺς Σ. 379, Ὀδ. Θ. 274 (ὡς τὸ ἐλαύνω ΙΙΙ. 1)· ― μετέπειτα ὡσαύτως, ἐπὶ μετάλλου, κόπτω νόμισμα, Λατ. percutere nummos, Ἡρόδ. 3. 56. ― Μέσ. βάλλω καὶ μοῦ κόπτουν νομίσματα, κ. χρυσοῦ καὶ ἀργύρου νόμισμα ὁ αὐτ. 1. 94, πρβλ. 4. 166· παθ., ἐπὶ τῶν νομισμάτων, κόπτομαι, χαράττομαι, νομίσμασιν μόνοις ὀρθῶς κοπεῖσι Ἀριστοφ. Βάτρ. 723, πρβλ. 726· ― (ἐντεῦθεν κόμμα). 7) κτυπῶ, κρούω, τὴν θύραν, Λατ. pulsare, Ἀριστοφ. Νεφ. 132, Πλ. 1097, Ἀνδοκ. 6. 29, Λυσ. Ἀποσπ. 45, Ξεν., κτλ.· ἄνευ τοῦ θύραν, οὗτος, τί κόπτεις; Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 976· πρβλ. ψοφέω ΙΙ, ἀράσσω. 8) κόπτω εἰς μικρὰ τεμάχια, κατακόπτω, «λιανίζω», ἢ κοπανίζω ἐντὸς ἰγδίου, κυπέρου κεκομμένου Ἡρόδ. 4. 71· ἀσταφίδα κεκ. Ἄλεξ. ἐν «Λέβητι» 2. 4· πρβλ. κοπτός. 9) κτυπῶ ἐδῶ καὶ καὶ ἐκεῖ, τὸ ὕδωρ ὅταν κοπῇ Πλάτ. Τίμ. 60Β· κόνις… κοπτομένη… ὑφ’ ἅρμασι Ἡσιόδ. Ἀσπ. Ἡρ. 63· θάλασσα κοπτομέμη πνοιαῖς Θεόκρ. 22. 16. 10) ἐπὶ πτηνῶν, κτυπῶ διὰ τοῦ ῥάμφους, διατρυπῶ, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 1, 19· ὁ ἁλιάετος… τὰ λιμναῖα κ., εὑρίσκει λείαν ἐν ταῖς λιμνοθαλάσσαις, ὁ αὐτ. 8, 3· ἐπὶ ἰχθύος, «τρώγω», κόπτω διὰ τῶν ὀδόντων, ὁ αὐτ. 9. 37, 2· ― ἐν τῷ Παθ., ἐπὶ σίτου, κατατρώγομαι ὑπὸ σκωλήκων, Θεόφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 8. 11, 2. 11) σείω μεθ’ ὁρμῆς, βιαίως, ὁ ἵππος κ. τὸν ἀναβάτην, διὰ τῶν βημάτων του διασείει τὸν ἀναβάτην, Ξεν. Ἱππ. 1, 4, πρβλ. 8, 7, Ἱππ. 292. 53. 12) μεταφ., καταπονῶ, κουράζω, Λατ. obtundo, μήθ’ ὑμῖν ἐνοχλῶ μήτ’ ἐμαυτὸν κ. Δημ. 1439. 17· λέγων φαίνου τι δὴ καινὸν…, ἢ μὴ κόπτε με Ἡγήσιππ. ἐν «Ἀδ.» 1. 3· πρβλ. Σώσιπ. ἐν «Καταψ.» 1. 20· κ. τὴν ἀκρόασιν Διον. Ἁλ. περὶ Συνθέσ. 19· κ. ἐρωτήμασι, ὡς τὸ Λατ. obtundere, Πλουτ. Φωκ. 7, πρβλ. Piers. εἰς Μοῖριν σ. 74· ― Παθ., φθείρομαι, κατατρύχομαι, κοπτόμενοι ἀεὶ ταῖς στρατείαις Δημ. 22. 22· ― (ὅθενκόπος). ΙΙ. Μέσ., κόπτομαι, κτυπῶ ἢ πλήττω ἐμαυτόν, τύπτω τὸ στῆθος ἢ τὴν κεφαλήν μου ἕνεκα θλίψεως, ὡς τὸ Λατ. plangere, κεφαλὴν δ’ ὅγε κόψατο χερσὶν Ἰλ. Χ. 33, πρβλ. Ἡρόδ. 2. 121, 4· κόπτεσθαι μέτωπα ὁ αὐτ. 6. 58, πρβλ. 2. 61 (ἔνθα ὅμως προστίθεται μαχαίρῃσι), Πλάτ. Φαίδων 60Α, κτλ.· καὶ ἐν τῷ παθ. πρκμ., πόλις κέκοπται Αἰσχύλ. Πέρσ. 683· ― ἐντεῦθεν, 2) κόπτεσθαί τινα, θρηνῶ διά τινα, Λατ. plangere aliquem, Εὐρ. Τρῳ. 623, Ἀριστοφ. Λυσ. 396, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 619C, κτλ.· ἴδε τύπτω ΙΙ· καὶ περὶ τοῦ ἐνεργ. ἐπὶ ταύτης τῆς ἐννοίας ὅρα ἐν λέξ. κομμός.

French (Bailly abrégé)

f. κόψω, ao. ἔκοψα, pf. inus.
Pass. ao.2 ἐκόπην, pf. κέκομμαι;
I. 1 frapper à coups répétés ; frapper en gén. : τὴν θύραν AR à la porte ; κ. τινὰ παρήϊον IL frapper qqn à la joue ; particul. frapper avec une arme;
2 abattre en frappant : τινα ποτὶ γαίῃ OD frapper qqn contre terre ; βοῦς XÉN abattre des bœufs;
3 secouer, fatiguer par des secousses répétées ; fig. ἐρωτήμασι PLUT importuner ou harceler de questions;
II. couper, càd :
1 séparer en coupant : κεφαλὴν ἀπὸ δειρῆς IL séparer la tête du cou ; χεῖράς τ’ ἠδὲ πόδας OD couper les mains et les pieds ; δένδρα THC couper des arbres, les abattre ; χώραν XÉN dévaster un pays en coupant les arbres;
2 couper en menus morceaux : κύπερον HDT du souchet;
3 entamer, entailler : τὰ μέτωπα μαχαίρῃσι HDT taillader le visage à coups d’épées ; en parl. d’animaux (oiseaux, serpents, poissons, vers, etc.) becqueter, mordre, ronger, etc. ; fig. endommager, avarier ; φρενῶν κεκομμένος ESCHL qui a l’esprit frappé, la raison atteinte;
4 frapper avec le marteau, forger : δεσμούς IL des liens ; νόμισμα HDT frapper une monnaie;
5 fig. rebattre, fatiguer, user par la fatigue : τινα, qqn ; Pass. être rebattu, fatigué : τινι, de qch;
Moy. κόπτομαι;
I. tr. frapper (une monnaie);
II. intr. 1 se frapper : κεφαλήν IL la tête (de chagrin, de désespoir, etc.);
2 abs. se frapper la poitrine en signe de deuil ; κόπτεσθαί τινα AR se frapper la poitrine au sujet de qqn, pleurer qqn.
Étymologie: R. Κοπ, frapper.

English (Autenrieth)

aor. κόψε, perf. part. κεκοπώς, mid. aor. κόψατο: knock, smite, hammer, Il. 18.379, Od. 8.274, mid., oneself or a part of oneself, Il. 22.33.

Spanish

cortar, machacar

English (Strong)

a primary verb; to "chop"; specially, to beat the breast in grief: cut down, lament, mourn, (be-)wail. Compare the base of τομώτερος.

English (Thayer)

imperfect 3rd person plural ἔκοπτον; 1st aorist participle κοψας (T Tr text WH); middle, imperfect ἐκοπτομην; future κόψομαι; 1st aorist ἐκοψαμην; (from Homer down); to cut, strike, smite (the Sept. for הִכָּה, כָּרַת, etc.): τί ἀπό or ἐκ τίνος, to cut from, cut off, plango (R. V. mourn): <ERROR/BIBLE: Aeschylus Pers. 683; Plato, others; the Sept. often so for סָפַד); τινα, to mourn or bewail one (cf. Winer's Grammar, § 32,1 γ.): Aristophanes, Lysias, 396; Anthol. 11,135, 1); ἐπί τινα, T Tr WH) (ἐπί τινα, R G L), cf. ἀνακόπτω, ἀποκόπτω, ἐκκόπτω, ἐνκόπτω, κατακόπτω, προκόπτω, προσκόπτω. Synonym: cf. θρηνέω.)

Greek Monolingual

(ΑM κόπτω)
κόβω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η αναγωγή του κόπτω σε ΙΕ ρίζα skep- / skop- / skap- «χωρίζω με κοφτερό αντικείμενο» (στην οποία ανήκουν τα σκάπτω, σκέπαρνος, κ.ά.) δεν μπορεί να απορριφθεί, αλλά ούτε και να αποδειχθεί.Το κόπτω είναι αντίστοιχο του λιθουαν. kapiu «πελεκώ, καταρρίπτω». Συνδέεται επίσης με το λατ. capus / capo «ευνουχισμένος κόκορας», το λεττον. kapaju «διασχίζω, πελεκώ» και ίσως το αλβ. kep «πελεκώ». Ο νεοελλ. τ. κόβω σχηματίστηκε υποχωρητικά από τον αόρ. έκοψα (πρβλ. κρύπτω > κρύβω, ράπτω > ράβω).
ΠΑΡ. κόμμα, κομμός, κοπετός, κοπή, κόπος, κοπτήριο, κόπτης κοπτικός, κοπτός
αρχ.
κοπάς, κόπηθρον, κοπίσκος, κοπτούρα, κόπτρα, τα
μσν.- νεοελλ.
κόψιμο
νεοελλ.
κοπτήρας, κόψη.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) μσν. κοψόουρος, κόψορχις, κοψοχερίζω
νεοελλ.
κοψοκεφαλιάζω, κοψομεσιάζω, κοψομέσιασμα, κοψομύτης, κοψονούρης, κοψοπόδης, κοψοχείλης, κοψοχέρης, κοψόχορτο. (Β' συνθετικό) α) -κόπτω: ανακόπτω, αποκόπτω, διακόπτω, εγκόπτω, εκκόπτω, κατακόπτω, περικόπτω, προκόπτω, προσκόπτω, συγκόπτω
αρχ.
αντανακόπτω, αντεκκόπτω, αντικόπτω, διανακόπτω, διεγκόπτω, επικόπτω, κερεκόπτω, μετακόπτω, παρακόπτω, παρεγκόπτω, παρεπικόπτω, προανακόπτω, προαποκόπτω, προεκκόπτω, προεπικόπτω, προκατακόπτω, προσανακόπτω, προσαποκόπτω, προσεκκόπτω, προσπερικόπτω, συγκατακόπτω, συμπροκόπτω, συνανακόπτω, συναποκόπτω, συνδιακόπτω, συνεκκόπτω, υπανακόπτω, υπερκόπτω, υποκόπτω, υποσυγκόπτω, χερσοκόπτω
β) -κόβω: νεοελλ. αβγοκόβω, αγουροκόβω, αντικόβω, αντισκόβω, αποκόβω, αφαλοκόβω, μεσοκόβω, νεροκόβω, ξεκόβω, πετσοκόβω, προκόβω, ψιλοκόβω].

Greek Monotonic

κόπτω: (από τη √ΚΟΠ)· μέλ. κόψω, αόρ. αʹ ἔκοψα, παρακ. κέκοφα, Επικ. μτχ. κεκοπώς — Παθ., μέλ. κεκόψομαι, αόρ. βʹ ἐκόπην, παρακ. κέκομμαι·
I. 1. πλήττω, χτυπώ, κατατοτροπώνω, γκρεμίζω, σε Ομήρ. Οδ.· κόψε μιν παρήιον, τον χτύπησε στο πηγούνι, σε Ομήρ. Ιλ.
2. κατακόπτω, αποκόπτω, σε Όμηρ. κ.λπ.· κ. δένδρα, κόβω δένδρα, σε Θουκ. κ.λπ.· κ. τὴν χώραν, κόβω τα δένδρα σ' αυτήν, την ερημώνω, σε Ξεν. — Παθ., λέγεται για πλοία, καταστρέφομαι ή τσακίζομαι από τον εχθρό, σε Θουκ.· μεταφ., φρενῶν κεκομμένος, χτυπημένος στο μυαλό, σε Αισχύλ.
3. σφυρηλατώ, κατασκευάζω στο σιδηρουργείο, σε Όμηρ.· κόβω νόμισμα, κόβω μέταλλο στην πρέσα, σε Ηρόδ. — Μέσ., βάζω και μου κόβουν νομίσματα, διατάζω νομισματοκοπή, στον ίδ. — Παθ., λέγεται για τα χρήματα, κόβομαι σε νομίσματα ή εντυπώνομαι σε μέταλλο, σε Αριστοφ.
4. χτυπώ την πόρτα, Λατ. pulsare, στον ίδ. κ.λπ.
5. κόβω σε μικρά τεμάχια, κοπανίζω, «λιανίζω» σε γουδί, σε Ηρόδ.
6. λέγεται για άλογο, τραντάζω ή ρίχνω κάτω τον αναβάτη, σε Ξεν.
7. μεταφ., καταπονούμαι, εξασθενούμαι, σε Δημ.
II. 1. Μέσ., κόπτομαι, χτυπώ το στήθος μου ή το κεφάλι μου από λύπη, Λατ. plangere, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Πλάτ.
2. κόπτεσθαί τινα, θρηνώ για κάποιον, Λατ. plangere aliqum, σε Ευρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

κόπτω: (fut. κόψω; эп. part. pf. 2 κεκοπώς; pass.: aor. 2 ἐκόπην, pf. κέκομμαι)
1) ударять, бить (τινὰ ἀμφὶ κάρη χερσί, τινὰ παρήϊον Hom.); med. бить себя (в отчаянии) (κ. κεφαλήν Her.; στένει, κέκοπται, sc. ἄστυ Σούσων Aesch.);
2) med. (с биением себя в грудь) горько оплакивать (τινα Arph., NT; ἐπί τινα и ἐπί τινι NT);
3) толкать, по(д)гонять (τόξῳ, sc. ἵππους, τινὰ μετάφρενον ἠδὲ καὶ ὤμους Hom.);
4) чеканить (νόμισμα Xen., Arst., Plut.);
5) ковать (δεσμούς Hom.);
6) стучать(ся) (τὴν θύραν Arph.);
7) толочь, дробить, разбивать (τὰς πέτρας λίθοις Arst.; κόνις κοπτομένη Hes.);
8) расшибать (τινὰς ὥστε σκύλακας ποτὶ γαίῃ Hom.);
9) (о лошади) трясти, утомлять тряской (τὸν ἀναβάτην Xen.);
10) ранить, разить, поражать (ῥήμασι καὶ κοπίσιν Anth.; med. τὰ μέτωπα μαχαίρῃσι Her.);
11) (о змее) кусать (τινὰ κατὰ στῆθος Her.);
12) бить клювом, клевать (ὁ κίρκος ἕλκη ποιεῖ κόπτων Arst.; ἀετοὶ κόπτουσι τὰ ὁμόφυλα καὶ φονεύουσι Plut.);
13) (о рыбах) ловить ртом, клевать (κοπτόντων τῶν ἰχθυδίων Arst.);
14) ловить добычу, охотиться (ὁ ἁλιάετος καὶ τὰ λιμναῖα κόπτει Arst.);
15) убивать, умерщвлять (ἄνδρα Aesch.; ἱκτῆρας ξένους Eur.);
16) убивать на мясо, зарезывать (ὗν Hom.; βοῦς καὶ ὄνους Xen.);
17) отсекать, отрубать, срезывать (χεῖρας καὶ πόδας, κεφαλὴν ἀπὸ δειρῆς Hom.; κλάδους δένδρων NT; κύπερος κεκομμένος Her.);
18) разорять, опустошать (χώραν Xen., Plut.);
19) наносить пробоины, повреждать (τὰς ναῦς Plut.): φρενῶν κεκομμένος Aesch. безумный;
20) мучить, донимать, утомлять (ἐρωτήμασιν ἀχαίροις Plut.);
21) волновать (θάλασσα κοπτομένη πνοιαῖς, перен. τὸν ὕπνον ἁ φροντὶς κόπτοισα Theocr.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κόπτω ep. aor. κόψα; stamaor. pass. ἐκόπην; perf. κέκοφα, ptc. perf. ook κεκοπώς; med. κέκομμαι; fut. perf. pass. κεκόψομαι; fut. pass. κοπήσομαι act. slaan, stoten:; δύω μάρψας... ποτὶ γαίῃ κόπτ ’ nadat hij er twee had gegrepen sloeg hij ze tegen de grond aan stukken Od. 9.290; κόπτοντες δούρεσσι μετάφρενον terwijl zij met hun lansen op haar rug slaan Od. 8.528; overdr.:; φρενῶν κεκομμένος buiten zinnen geslagen Aeschl. Ag. 479; met dubbele acc.:; κόψε δὲ παπτήναντα παρήιον hij sloeg hem op zijn kaak, toen hij boven zijn dekking uitkeek Il. 23.690; kloppen:; τὴν θύραν op de deur kloppen Aristoph. Nub. 132; rammen (van schepen); bijten, steken (van dieren); overdr. afmatten:; κ. τινὰ ἐρωτήμασιν ἀκαίροις iem. doorzagen met ongelegen vragen Plut. Phoc. 7.4; pass.:; κοπτόμενοι δ ’ ἀεὶ ταῖς στρατείαις ταύταις terwijl ze voortdurend afgemat worden door die expedities Dem. 2.16; slaan\n als teken van rouwmisbaar, vgl. 2, met acc. v. h. inw. obj.: ἔκοψα κόμμον Ἄριον ik heb oosters rouwmisbaar aangeheven Aeschl. Ch. 423. slaan, hameren, smeden:; κόπτε δὲ δεσμούς hij smeedde boeien Il. 18.379; ἐπιχώριον νόμισμα κόπτειν inheems geld laten slaan Hdt. 3.56.2; ook med.: νόμισμα χρυσοῦ καὶ ἀργύρου κοψάσθαι gouden en zilveren muntgeld slaan Hdt. 1.94.1. hakken, afhakken, omhakken:; χεῖράς τ ’ ἠδὲ πόδας κ. handen en voeten afhakken Od. 22.477; δένδρεσιν ἃ ἔκοψαν met de bomen die zij hadden omgehakt Thuc. 2.75.1; πλέην κυπέρου κεκομμένου vol met fijngehakt cyperkruid Hdt. 4.71.1; slachten:; κόπτοντες τοὺς βοῦς καὶ ὄνους doordat zij de ossen en de ezels slachtten Xen. An. 2.1.6; uitbr. verwoesten:; κ. τὴν χώραν het land verwoesten (door het omhakken van bomen) Xen. Hell. 3.2.26; overdr.: τὸν ὕπνον... κόπτοισα de slaap verstorend Theocr. Id. 21.28. med. zich slaan (van verdriet):; κεφαλήν zich op het hoofd slaan Il. 22.33; met dubbele acc.:; τὴν κεφαλήν μιν κόπτεσθαι zich voor het hoofd slaan Hdt. 2.121.δ.2; uitbr. rouwen:. κόπτεσθ ’ Ἄδωνιν rouwt om Adonis Aristoph. Lys. 396; κόψονται ἐπ ’ αὐτὸν πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς alle volkeren op aarde zullen om hem weeklagen NT Apoc. 1.7.

Frisk Etymological English

Grammatical information: v.
Meaning: strike, smite, hew, hammer, disable, tire out
Other forms: Aor. κόψαι (Il.), pass. κοπῆναι (Att.), perf. κέκοφα (Att.), ep. ptc. κεκοπώς (Ν 60 with v. l. -φώς and -πών; Aeol.? Schwyzer 772; after Chantraine Gramm. hom. 1, 397 rather themat. aor.), midd. κέκομμαι (A.), fut. κόψω (Alc., Hippon.),
Compounds: very often with prefix in several meaning variants, e. g. ἀπο-, ἐκ-, προ-, περι-, συν-.
Derivatives: (Classif. not always clear): 1. κόπος prop. *stroke (so in E. Tr. 794 for trad. κτύπος?; cf. also A. Ch. 23), pain, trouble, labour (IA.); with κοπώδης tiring (Hp., Arist., hell.), κοπηρός id. (Hdn.); κοπόομαι, -όω get tired, tire (J., Plu. usw.) with κόπωσις (LXX), κοπάζω get tired, leave off (Ion. hell.) with κόπασμα (Tz.), κοπιάω (ἐγ-, συγ-, προ-) get tired (IA.) with κοπιαρός tiring (Arist., Thphr.), κοπιάτης land-labourer, digger (Cod. Theod., Just.), κοπιώδης = κοπώδης (Hp., Arist.), κοπίαι ἡσυχίαι H. - 2. (ἀπο-, ἐκ-, παρα-, προ- etc.)κοπή hewing etc. (IA.) with κόπαιον (Alciphr.), κοπάδιον (Gloss.) piece, κοπάριον sort of probe (medic.), (ἐγ-, ἐκ-)κοπεύς oilstamper, chisel (hell.; Boßhardt Die Nom. auf -ευς 73). - 3. κόμμα (διά-, ἀπό-, περί-) cut in, stamp, part (IA.) with κομμάτιον small part (Eup.), κομματίας who speaks in short sentences (Philostr.), -ατικός consisting of short sentences (Luc.); 4. κομμός beat the breast, dirge (A., Arist.). - 5. κόπις, -ιδος m. prater (Heraklit. 81 [?], E. Hec. 132 [lyr.], Lyc.), cf. ὠτοκοπεῖ κεφαλαλγει, ἐνοχλεῖ λαλῶν H., κόπτειν την ἀκρόασιν, δημο-κόπος = δημηγόρος (H.) etc. (Persson Beitr. 1, 162f.; s. also Fraenkel Nom. ag. 2, 48, v. Wilamowitz Herm. 62, 277f.; diff. on κόπις Pisani Acme 1, 324); here (or to κόπος?) κοπίζειν ψεύδεσθαι H.; 6. κοπίς, -ίδος f. slaughtering knife, curved sabre (Att.), also name of the meal on the first dayof the Hyacinthies in Sparta (Com.; cf. Nilsson Gr. Rel. 1, 531) with κοπίζω celebrate the K. (Ath.); 7. κοπάς, -άδος f. pruned, lopped (Thphr.), bush (hell. pap.), ἐπι-κοπ-άς land cleared of wood (pap.). - 8. κοπετός = κομμός (Eup., LXX, Act. Ap.; from κόπος?; cf. Schwyzer 501 and Chantraine Formation 300). - 9. πρό-, ἀπό-, πρόσ-κοψις etc. from προ-κόπτειν etc. (Sapph., Hp., Arist.). - 10. κόπανον slaughtering knife, axe (A. Ch. 890), pestle (Eust.), from where κοπανίζω pound (LXX, Alex. Trall.) with κοπανισμός, κοπανιστήριον H.; ἐπικόπανον chopping block (hell.). - 11. κοπτός pounded (Cratin., Antiph.; cf. Ammann Μνήμης χάριν 1, 18); κοπτή (σησαμίς) cake from pounded sesame (hell. ep.), Meerzwiebel, θαλάσσιον πράσον (Ath.; which Fur. 318 A 5 considers as Pre-Greek), pastille (Dsc.); 12. ἐπι-, περι-κόπτης satirist resp. stonecutter (Timo resp. pap.), Προκόπτας = Προκρούστης (B. 18, 28); 13. (ἀπο-, παρα-, προσ- usw.)κοπτικός (medic.) - 14. κόπτρα pl. wages of a hewer (Pap.); 15. κοπτήριον threshing place (hell. pap.). - 16. Two plant-names: κοπίσκος = λίβανος σμιλιωτός (Dsc. 1, 68, 1), κόπηθρον φυτὸν λαχανῶδες ἄγριον H. - Further verbal nouns like ἀπό-, ἐπί-, παρά-, ὑπέρ-κοπος etc. and compounds like δημο-κόπος (cf. 5. above); s. Sturtevant ClassPhil. 3, 435ff.; on -κόπος, -κοπῶ in NGr. Hatzidakis Glotta 2, 292f.
Origin: IE [Indo-European] ?? [cf. 930] *kop- strike, smite, hew
Etymology: The present κόπτω can agree with Lith. kapiù (inf. kàpti) hew, fell; nasal present kampù (pret. kapaũ, inf. kàpti) be cut down, get tired (cf. κόπος labour) and uncharacterized Alb. kep hew, IE. *kopō (not *kapō); (acc. to Mann Lang. 26, 386 from *kopi̯ō, identical with κόπτω?). Further the secondary formation Lith. kapóju, -óti hew, split, cut down = Latv. kapãju, -ât id., also in Slav., e. g. Russ. kopájo, -átь hew, dig. The relation of these forms to the many words with initial sk-, e. g. σκάπτω, σκέπαρνος (s. vv.), is an unsolved question; cf. Pok. 930ff., and W.-Hofmann s. cāpō. - If to σκάπτω etc. the word might be Pre-Greek.

Middle Liddell

[from Root !κοπ]
I. to strike, smite, knock down, Od.; κόψε μιν παρήιον smote him on the cheek Il.
2. to cut off, chop off, Hom., etc.; κ. δένδρα to fell trees, Thuc., etc.; κ. τὴν χώραν to cut down the trees in it, to lay it waste, Xen.:—Pass., of ships, to be shattered or disabled by the enemy, Thuc.:—metaph., φρενῶν κεκομμένος stricken in mind, Aesch.
3. to hammer, forge, Hom.: to stamp metal, coin money, Hdt.:— Mid. to coin oneself money, order to be coined, Hdt.: Pass., of the money, to be stamped or coined, Ar.
4. to knock at the door, Lat. pulsare, Ar., etc.
5. to cut small, chop up or pound in a mortar, Hdt.
6. of a horse, to jolt or shake his rider, Xen.
7. metaph. to tire out, weary, Dem.
II. Mid. κόπτομαι, to beat one's breast through grief, Lat. plangere, Il., Hdt., Plat.
2. κόπτεσθαί τινα to mourn for any one, Lat. plangere aliquem, Eur., etc. {{FriskDe |ftr=κόπτω: {kóptō}
Forms: Aor. κόψαι (seit Il.), Pass. κοπῆναι (att.), Perf. κέκοφα (att.), ep. Ptz. κεκοπώς (Ν 60 mit v. l. -φώς und -πών; äol.? Schwyzer 772; nach Chantraine Gramm. hom. 1, 397 eher themat. Aor.), Med. κέκομμαι (A.), Fut. κόψω (Alk., Hippon. usw.),
Grammar: v.
Meaning: stoßen, schlagen, hauen, hämmern, zerreiben, ermüden
Composita : sehr oft mit Präfix in verschiedenen Bed.varianten, z. B. ἀπο-, ἐκ-, προ-, περι-, συν-,
Derivative: Zahlreiche Ableitungen (Einreihung nicht immer sicher oder eindeutig): 1. κόπος eig. *Schlag (so noch E. Tr. 794 für überl. κτύπος?; vgl. auch A. Ch. 23), Mühsal, Mühe, Ermüdung, Arbeit (ion. att.); davon κοπώδης ermüdend, müde (Hp., Arist., hell.), κοπηρός ib. (Hdn.); κοπόομαι, -όω müde werden, ermüden (J., Plu. usw.) mit κόπωσις (LXX), κοπάζω müde werden, nachlassen (ion. hell. u. sp.) mit κόπασμα (Tz.), κοπιάω (ἐγ-, συγ-, προ-) müde werden, sich abmühen (ion. att.) mit κοπιαρός ermüdend (Arist., Thphr.), κοπιάτης Erdarbeiter, Gräber (Cod. Theod., Just.), κοπιώδης = κοπώδης (Hp., Arist. u. a.), κοπίαι· ἡσυχίαι H. — 2. (ἀπο-, ἐκ-, παρα-, προ- usw.)κοπή das Stoßen, Hauen (ion. att.) mit κόπαιον (Alkiphr. u. a.), κοπάδιον (Gloss.) Stück, κοπάριον Art Sonde (Mediz.), (ἐγ-, ἐκ-)κοπεύς Ölstampfer, Meißel (hell. u. sp.; Boßhardt Die Nom. auf -ευς 73). — 3. κόμμα (διά-, ἀπό-, περί- u. a.) Einschnitt, Gepräge, Abschnitt (ion. att.) mit κομμάτιον kleiner Abschnitt (Eup. u. a.), κομματίας der in kurzen Sätzen spricht (Philostr.), -ατικός aus kurzen Sätzen bestehend (Luk. u. a.); 4. κομμός das an die Brust Schlagen, Trauerklage, Klaggesang (A., Arist.). — 5. κόπις, -ιδος m. Schwätzer (Heraklit. 81 [?], E. Hek. 132 [lyr.], Lyk.), vgl. ὠτοκοπεῖ· κεφαλαλγει, ἐνοχλεῖ λαλῶν H., κόπτειν τὴν ἀκρόασιν, δημοκόπος = δημηγόρος (H.) u. a. m. (Persson Beitr. 1, 162f.; s. auch Fraenkel Nom. ag. 2, 48 m. Lit., v. Wilamowitz Herm. 62, 277f.; anders über κόπις Pisani Acme 1, 324); dazu (oder zu κόπος?) κοπίζειν· ψεύδεσθαι H.; 6. κοπίς, -ίδος f. Schlachtmesser, krummer Säbel (att.), auch N. des Mahls am ersten Tage der Hyakinthien zu Sparta (Kom.; vgl. Nilsson Gr. Rel. 1, 531) mit κοπίζω ‘die K. feiern’ (Ath.); 7. κοπάς, -άδος f. beschnitten, gestutzt (Thphr.), Gebüsch (hell. Pap.), ἐπικοπάς abgeholztes Land (Pap.). — 8. κοπετός = κομμός (Eup., LXX, Act. Ap. usw.; zunächst von κόπος?; vgl. Schwyzer 501 und Chantraine Formation 300). — 9. πρό-, ἀπό-, πρόσκοψις usw. von προκόπτειν usw. (Sapph., Hp., Arist. u. a.). — 10. κόπανον Schlachtmesser, Beil (A. Ch. 890), Mörselstößer (Eust.), wovon κοπανίζω zerstoßen (LXX, >Alex. Trall.) mit κοπανισμός, κοπανιστήριον H.; ἐπικόπανον Hackeblock (hell.). — 11. κοπτός zerstoßen (Kratin., Antiph.; vgl. Ammann Μνήμης χάριν 1, 18); κοπτή (σησαμίς) Kuchen von zerstoßenen Sesamsamen (hell. u. ep.), Meerzwiebel, [[θαλάσσιον πράσον (Ath.), Pastille (Dsk. u. a.); 12. ἐπι-, περικόπτης Satiriker bzw. Steinmetz (Timo bzw. Pap.), Προκόπτας = Προκρούστης (B. 18, 28); 13. (ἀπο-, παρα-, προσ- usw.)κοπτικός (Mediz. u. a.) — 14. κόπτρα pl. Hauerlohn (Pap.); 15. κοπτήριον Dreschplatz (hell. Pap.). — 16. Zwei Pflanzennamen: κοπίσκος = λίβανος σμιλιωτός (Dsk. 1, 68, 1), κόπηθρον· φυτὸν λαχανῶδες ἄγριον H. — Hinzu kommen Verbalnomina wie ἀπό-, ἐπί-, παρά-, ὑπέρκοπος usw. und Zusammenbildungen wie δημοκόπος (vgl. 5. oben); dazu Sturtevant ClassPhil. 3, 435ff.; zu -κόπος, -κοπῶ im Neugr. (Bed. stark verändert oder verblaßt) Hatzidakis Glotta 2, 292f.
Etymology : Das Präsens κόπτω kann zu lit. kapiù (Inf. kàpti) hauen, fällen genau stimmen; daneben stehen das Nasalpräsens kampù (Prät. kapaũ, Inf. kàpti) zerschlagen werden, müde werden (vgl. κόπος Ermüdung) und das uncharakterisierte alb. kep hauen, idg. *qopō oder *qapō (nach Mann Lang. 26, 386 allerdings aus *qopi̯ō, das mit κόπτω identisch wäre). Hinzu kommt die Sekundärbildung lit. kapóju, -óti hacken, spalten, zerschlagen, hauen = lett. kapãju, -ât ib., die auch auf slav. Gebiet auftritt, z. B. russ. kopájo, -átь hacken, hauen, graben. Wie sich die oben angeführten Formen zu den zahlreichen Wörtern mit anlautendem sk-, z. B. σκάπτω, σκέπαρνος (s. dd.) verhalten, bleibt wohl für immer eine ungelöste Frage; wegen des semantischen und formalen Ineinandergreifen ist jedenfalls eine reine Scheidung nicht möglich; vgl. WP. 2, 559ff., Pok. 930ff., auch W.-Hofmann s. cāpō. — Daß κόπτω mit auffälligem ο-Vokal für älteres *κεπτω nach κόπος eingetreten wäre (Specht KZ 59, 108), ist angesichts des lebendigen ε:ο-Wechsels (σκέπτομαι : σκοπός usw.) nicht wahrscheinlich.
Page 1,915-916 }}

Chinese

原文音譯:kÒptw 可普拖
詞類次數:動詞(8)
原文字根:打擊 相當於: (סָפַד‎)
字義溯源:砍*,砍下來,捶胸,哀號,哀哭,號咷在哀痛中打自己。參讀 (θρηνέω)同義字
同源字:1) (ἀνακόπτω)攔阻 2) (ἀποκόπτω)切斷 3) (ἐγκόπτω)妨礙 4) (ἐκκόπτω)砍斷 5) (κατακόπτω)砍下 6) (κοπετός)悲哀 7) (κοπή)殺戮 8) (κόπτω)砍 9) (προκόπτω)往前行 10) (προσκόπτω)絆跌
出現次數:總共(8);太(3);可(1);路(2);啓(2)
譯字彙編
1) 砍下⋯來(2) 太21:8; 可11:8;
2) 要⋯哀哭(1) 啓1:7;
3) 你們⋯捶胸(1) 太11:17;
4) 哀號(1) 啓18:9;
5) 捶胸(1) 路8:52;
6) 號咷(1) 路23:27;
7) 要哀哭(1) 太24:30