Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στοχεύω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

Ν στόχος
1. κατευθύνω τη βολή του όπλου προς τον στόχο, σκοπεύω
2. προσπαθώ να επιτύχω κάτι, επιδιώκω, αποσκοπώ σε κάτι.