Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσπαθώ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

προσπαθῶ, -έω, ΝΜΑ προσπαθής
1. εντείνω συγχρόνως τις σωματικές και τις πνευματικές μου δυνάμεις για την επίτευξη ενός σκοπού
2. δοκιμάζω, αποπειρώμαι («προσπάθησε να μέ κοροϊδέψει»)
μσν.-αρχ.
υφίσταμαι την επίδραση από την επαφή με κάτι, γίνομαι ευαίσθητος σε κάτι («προσπαθεῑν τῇ ὕλῃ», Δαμάσκ. Αρχ.)
αρχ.
αισθάνομαι αγάπη γεμάτη πάθος για κάποιον ή κάτι ή νιώθω σφοδρή συμπάθεια για κάποιον ή για κάτι.