Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συζητώ

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

συζητῶ, -έω, ΝΜΑ, και συνζητῶ, -έω, Α ζητῶ
1. διερευνώ, εξετάζω ένα θέμα μαζί με άλλον ή άλλους, ανταλλάσσω σκέψεις, γνώμες σχετικά με ένα θέμα, διεξάγω συζήτηση, συνομιλώ
2. προβάλλω, διατυπώνω αντιρρήσεις σχετικά με ένα θέμα («μην το συζητάς, είναι ήδη αποφασισμένη η απομάκρυνσή του»)
αρχ.
συλλογίζομαι, στοχάζομαι.