Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συζητώ

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

συζητῶ, -έω, ΝΜΑ, και συνζητῶ, -έω, Α ζητῶ
1. διερευνώ, εξετάζω ένα θέμα μαζί με άλλον ή άλλους, ανταλλάσσω σκέψεις, γνώμες σχετικά με ένα θέμα, διεξάγω συζήτηση, συνομιλώ
2. προβάλλω, διατυπώνω αντιρρήσεις σχετικά με ένα θέμα («μην το συζητάς, είναι ήδη αποφασισμένη η απομάκρυνσή του»)
αρχ.
συλλογίζομαι, στοχάζομαι.