Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συζήτηση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η / συζήτησις, -ήσεως, ΝΜΑ συζητῶ
1. ανταλλαγή γνωμών πάνω σε ένα ζήτημα, η από κοινού εξέταση ενός θέματος μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων για την επίλυσή του
2. ζωηρός διάλογος, αντιλογία (α. «πολλῆς δὲ συζητήσεως γενομένης ἀναστὰς Πέτρος εἶπε», Φίλ.
β. «θεολογικά νοήματα, δι' ὧν... αἱ στρεβλούμεναι συζητήσεις λύονται», Ευστ.)
(νεοελλ;) (πολ. δίκ.) αυτοτελές μέρος της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης για την υποβολή ή ανάπτυξη τών προβλεπόμενων για το μέρος αυτό αιτημάτων, αποδείξεων ή ισχυρισμών τών διαδίκων.