Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνεπασκώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-έω, Α
εξασκώ κάτι από κοινού με άλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ἐπασκῶ «γυμνάζω για τον αγώνα, εξασκώ»].

Greek Monolingual

-έω, Α
εξασκώ κάτι από κοινού με άλλον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ἐπασκῶ «γυμνάζω για τον αγώνα, εξασκώ»].