Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξασκώ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

(AM ἐξασκῶ, -έω) ασκώ
μσν.- νεοελλ.
καλλιεργώ συστηματικά, ασχολούμαι αποδοτικά («εξασκώ την αρετή, τη νηστεία, την επιστήμη κ.λπ.»)
νεοελλ.
1. ασκώ πλήρως, εκγυμνάζωεξασκώ τους νεοσυλλέκτους στη σκοποβολή»)
2. ασχολούμαι επαγγελματικά («εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου»)
3. μεταδίδω ή επιβάλλω σε άλλους («εξασκώ επιρροή»)
αρχ.
1. στολίζω, περιβάλλω («ἐσθῆτι ἐξήσκησαν»)
2. διευθετώ, τακτοποιώπλόκαμον ἐξήσκεις κόμης»)
3. ἐξασκοῡμαι
εφοδιάζομαι με κάτι («ὀργάνοισιν ἐξησκημέναι Μοῡσαι»)
4. φροντίζω, περιποιούμαιμνῆμα... ἐς κάλλος ἐξησκημένον», Λουκιαν.)
5. γυμνάζω, εκπαιδεύω («καὶ μουσικὴν ἐξησκημένος ὑπ' αὐτοῦ», Πλούτ.)
6. αποκτώ, μαθαίνω με συνεχή άσκηση.