Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνταιριάζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

Ν ταιριάζω
1. ταιριάζω κάτι με κάτι άλλο, συνδυάζω
2. (αμτβ.) προσαρμόζομαι με κάποιον ή με κάτι.