Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνταιριάζω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

Ν ταιριάζω
1. ταιριάζω κάτι με κάτι άλλο, συνδυάζω
2. (αμτβ.) προσαρμόζομαι με κάποιον ή με κάτι.