Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σφριγηλός

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

-ή, -ό, Ν
αυτός που είναι γεμάτος σφρίγος, ακμαίος, ζωηρός («το ποταπό, το δύστροπο, το αχνό στα σφριγηλά μου σωθικά να πνίξω», Ελύτης).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σφρίγος + επίθημα -ηλός (πρβλ. σιωπ-ηλός). Η λ. μαρτυρείται από το 1887 στον θ. Βελλιανίτη].