Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταλέντο

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

το, Ν
1. φυσικό χάρισμα, εξαιρετική ικανότητα, τάλαντο
2. (κατ' επέκτ.) άτομο προικισμένο με εξαιρετική ικανότητα σε κάτι («αυτό το παιδί είναι ταλέντο στη μουσική»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ. < ιταλ. talento < λατ. talentum < τάλαντον].