Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπαρχηγός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον → Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

ο, η, Ν
ο αμέσως κατώτερος του αρχηγού, ο αναπληρωτής του αρχηγού («υπαρχηγός του επιτελείου»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο)- + αρχηγός. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στην εφημερίδα Ακρόπολις].