Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υποβοηθώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ὑποβοηθῶ, -έω, ΝΑ
νεοελλ.
συμβάλλω σε κάτι βοηθητικά, προσθέτω κι εγώ τη συνδρομή μου, ενισχύω την προσπάθεια κάποιου
αρχ.
παρέχω εφόδια σε περίοδο πολέμου.