Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υποκρισία

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

η / ὑποκρισία, ΝΜΑ, και ποιητ. τ. ὑποκρισίη, Α ὑποκριτής
νεοελλ.
1. απόκρυψη τών πραγματικών αισθημάτων, προσποίηση, δολιότητα
2. πλαστή εμφάνιση αρετής
μσν.-αρχ.
η υποκριτική, η τέχνη του υποκριτή, του ηθοποιού, η ηθοποιία.