Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑπόκρισις

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ὑπόκρῐσις Medium diacritics: ὑπόκρισις Low diacritics: υπόκρισις Capitals: ΥΠΟΚΡΙΣΙΣ
Transliteration A: hypókrisis Transliteration B: hypokrisis Transliteration C: ypokrisis Beta Code: u(po/krisis

English (LSJ)

εως, ἡ,    I Ion. (and perh. in Porph.Chr.35.10), reply, answer (cf. ὑποκρίνω B. I), Hdt.1.116, 9.9; τῶν χρηστηρίων Id.1.90; but the Att. word ἀπόκρισις occurs in codd. at 1.49,5.50.    II Att., playing a part on the stage, Arist.EN1118a8, Phld.Mus.p.91K.    2 an orator's delivery, Arist.Rh.1386a32, 1403b22, 1413b18, Chrysipp.Stoic.2.96, Phld.Rh.1.195 S., 201 S. (pl.); οἱ κατὰ τὴν ὑ. ῥήτορες orators who depend on their delivery, opp. to the authors of written speeches, Arist.Rh.1404a18.    b tone or manner of an animal's cry, ὁ κυνηγέτης ἀπὸ τῆς ὑ. ᾔσθετο τοῦ κυνὸς ὑλακτοῦντος νῦν μὲν ὅτι ζητεῖ τὸν λαγών, νῦν δὲ ὅτι εὗρεν . . Porph.Abst.3.5.    3 metaph., playing a part, hypocrisy, outward show, Phoc.2 B, Plb.35.2.13, LXX 2 Ma.6.25, Ev.Matt. 23.28, al., Luc.Somn.17.    4 ὑπόκρισιν, as Adv., after the manner of, δελφῖνος ὑ. Pi.Oxy.408.69 ( = Fr.235).

German (Pape)

[Seite 1222] εως, ἡ, Bescheid, Antwort. – Auch des Orakels, Her. 1, 90. 116. 9, 9. – Gew. die Kunst des Schauspielers, sein Spiel, Vortrag, theatralische Vorstellung, auch Deklamation des Redners, Pol. 10, 47, 10; vgl. Arist. rhet. 3, 1; Plut. Dem. 11. – Uebh. Heuchelei, Verstellung, καθ' ὑπόκρισιν, Pol. 35, 2,13 u. Sp., wie Luc. am. 3. S. übrigens ὑποκρίνομαι.

Greek (Liddell-Scott)

ὑπόκρῐσις: -εως, ἡ, Ι. παρὰ τοῖς Ἴωσιν, ἀπόκρισις (ἴδε ὑποκρίνω Β. 1), Ἡρόδ. 1. 116., 6. 9· αἱ ὑπ. τῶν χρηστηρίων ὁ αὐτ. 1. 90· ― ἀλλ’ ἡ Ἀττικ. λέξις ἀπόκρισις φέρεται ἐν ἅπασι τοῖς Ἀντιγράφοις 1. 49., 5. 50. ΙΙ. παρὰ τοῖς Ἀττ., τὸ παριστάνειν τι ἐπὶ τῆς σκηνῆς, ἡ τέχνη τοῦ ἐπὶ τῆς σκηνῆς ὑποκριτοῦ, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 3. 10, 4, πρβλ. Ρητορ. 2. 8, 14. 2) ἡ ὑπὸ τοῦ ῥήτορος ἀπαγγελία λόγου περιλαμβάνουσα ἀπαγγελίαν, χειρονομίαν καὶ πᾶν ὅ,τι ἕτερον παρελαμβάνετο ἐκ τῶν ὑποκριτῶν τοῦ θεάτρου, αὐτόθι 3. 1, 3., 3. 13, 2· οἱ κατὰ τὴν ὑπ. ῥήτορες, οἱ μετὰ θεατρικῆς ὑποκρίσεως ἀπαγγέλλοντες τοὺς ἑαυτῶν λόγους, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς συντάττοντας μὲν λόγους, μὴ ἀπαγγέλλοντας δὲ αὐτούς, αὐτόθι 3. 1, 7. 3) μεταφορ., κατὰ μὲν τὴν ὑπόκρισιν ἐχρῶντο τοῖς λόγοις ὑποπεπτωκότως καὶ ταπεινῶς, κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν ὡμίλουν ταπεινῶς, Πολύβ. 35. 2, 13, Ἑβδ. (Β΄, Μακκ. ϛʹ, 25). 4)

French (Bailly abrégé)

εως (ἡ) :
1 réponse, particul. réponse d’un oracle;
2 action de jouer un rôle, une pièce ; adv. • ὑπόκρισιν selon le jeu de, càd à la façon de ; p. ext. débit théâtral, déclamation.
Étymologie: ὑποκρίνομαι.

English (Slater)

ὑπόκρῐσις acc. pro adv.,
   1 answering, in the manner of ἐρεθίζομαι πρὸς ἀυτὰν ἁλίου δελφῖνος ὑπόκρισιν, τὸν μὲν ἀκύμονος ἐν πόντου πελάγει αὐλῶν ἐκίνησ' ἐρατὸν μέλος ( in the role of, Page, C. R., 1956, 191; v. Thummer, 114̆{1}) fr. 140b. 15.

English (Strong)

from ὑποκρίνομαι; acting under a feigned part, i.e. (figuratively) deceit ("hypocrisy"): condemnation, dissimulation, hypocrisy.

English (Thayer)

ὑποκρίσεως, ἡ (ὑποκρίνομαι, which see);
1. an answering; an answer (Herodotus).
2. the acting of a stage-player (Aristotle, Polybius, Dionysius Halicarnassus, Plutarch, Lucian, Artemidorus Daldianus, others).
3. dissimulation, hypocrisy: st); Buttmann, § 123,2) (Polybius 35,2, 13; Lucian, Amos 8; Aesop fab. 106 (284); (Philo, quis rer. div. haeres § 8; de Josepho § 14)).

Greek Monotonic

ὑπόκρῐσις: -εως, ἡ (ὑποκρίνομαι
I. Ιων., απόκριση, απάντηση, σε Ηρόδ.
II. 1. Αττ., παράσταση πάνω στη σκηνή, τέχνη του υποκριτή, ηθοποιού, σε Αριστ.
2. εκφώνηση λόγου ενός ρήτορα, ρητορεία, αγόρευση, στομφώδης απαγγελία, στον ίδ.
3. μεταφ., ερμηνεία, παίξιμο ενός ρόλου, υποκρισία, σε Φωκυλ.

Russian (Dvoretsky)

ὑπόκρῐσις: εως ἡ
1) ответ Her.: αἱ ὑποκρίσεις τῶν χρηστηρίων Her. ответы оракулов, прорицания;
2) сценическая игра Arst.;
3) рит. драматизм Polyb.: οἱ κατὰ τὴν ὑπόκρισιν ῥήτορες Arst. ораторы с драматическим дарованием;
4) притворство, симуляция Polyb., Luc.;
5) лицемерие (ὑ. καὶ ἀνομία NT).

Middle Liddell

ὑπόκρῐσις, εως, ὑποκρίνομαι
I. in ionic a reply, answer, Hdt.
II. in attic the playing a part on the stage, the actor's art, Arist.
2. an orator's delivery, declamation, Arist.
3. metaph. the playing a part, hypocrisy, Phocyl.

Chinese

原文音譯:ØpÒkrisij 虛坡-克里西士
詞類次數:名詞(7)
原文字根:被-審判的
字義溯源:演戲,假冒為善,假冒,假善,假意,裝假,虛偽;源自(ὑποκρίνομαι)=裝假),由(ὑπό)*=被,在⋯下)與(κρίνω)*=辨別)組成
出現次數:總共(6);太(1);可(1);路(1);加(1);提前(1);彼前(1)
譯字彙編
1) 假善(2) 太23:28; 彼前2:1;
2) 假冒(1) 提前4:2;
3) 裝假(1) 加2:13;
4) 假冒為善(1) 路12:1;
5) 假意(1) 可12:15