Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑποστηρίζω

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek (Liddell-Scott)

ὑποστηρίζω: στηρίζω κάτωθεν, ἀνέχω, Ἑβδ. (Ψαλμ. Λϛʹ, 17, κ. ἀλλ.), Λουκ. πῶς δεῖ Ἱστ. Συγγρ. 3, περὶ Ἀληθ. Ἱστ. 1. 32.

French (Bailly abrégé)

soutenir, étayer, appuyer.
Étymologie: ὑπό, στηρίζω.

Greek Monotonic

ὑποστηρίζω: υποστυλώνω, συγκρατώ, στηρίζω, βαστώ, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

ὑποστηρίζω: подпирать, укреплять (ἔπαλξιν, τὴν ναῦν Luc.).

Middle Liddell

to underprop, sustain, Luc.