Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπόσχομαι

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

Ν
(διαλ. τ.) υπόσχομαι.
ὑπόσχομαι ΝΜ
βεβαίνω ότι θα κάνω κάτι, αναλαμβάνω την υποχρέωση να κάνω κάτι, δίνω υπόσχεση, τάζω (α. «υποσχέθηκε να μέ βοηθήσει» β. «ύπίσχετο ἀνδρὶ ἑκάστω», Ηρόδ.
γ. «ὅσσα τοι... ὑπέσχετο δῶρα», Ομ. Ιλ.)
νεοελλ.
1. παρέχω ελπίδες («οι σπουδές του υπόσχονται καλή απόδοση»)
2. (η μτχ. παθ. παρακμ.) βλ. υπεσχημένος
3. φρ. «υπόσχεται λαγούς με πετραχείλια» — υπόσχεται πράγματα ανέφικτα
4. παροιμ. «όποιος 'πόσχεται βιαζούμενος μετανιώνει ανασούμενος» — όποιος δίνει βιαστικές υποσχέσεις, χωρίς προηγουμένως να σκεφθεί, μετανιώνει πικρά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ὑπόσχομαι έχει σχηματιστεί από την υποτ. του αορ. ἵνα ὑπόσχωμαι του αρχ. ρ. ὑπισχνοῦμαι (βλ. λ. ὑπισχνοῦμαι)].