φαρμακοδόχος

From LSJ

πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται καὶ ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται → for everyone who exalts himself will be humbled, and he who humbles himself will be exalted (Luke 14:11)

Source

Greek Monolingual

η, Ν
αγγείο ή δοχείο φαρμάκων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φάρμακο + -δόχος (< δέχομαι), πρβλ. ξενο-δόχος. Η λ. μαρτυρείται από το 1852 στον Χ. Παμπούκη].