Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φωνηεντισμός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ο, Ν
γλωσσ. η παρουσία ενός συγκεκριμένου φωνήεντος στο θέμα μιας λέξης («το ρήμα σκάζω "κουτσαίνω" εμφανίζει φωνηεντισμό -α- αν και ανάγεται στην ΙΕ ρίζα (s)keng- "κουτσαίνω"»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < φωνήεν, -εντός + κατάλ. -ισμός. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Γ. Πανταζίδη].