Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκοτύμπανος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

χαλκοτύμπᾰνος: -ον, ὁ ἔχων τύμπανα ἢ κύμβαλα ἐκ χαλκοῦ, Παλλάδ. ἐν Βίῳ Ἰω. Χρυσ. 106Α.

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που έχει χάλκινα τύμπανα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + -τύμπανος (< τύμπανον), πρβλ. φρεατο-τύμπανος.