Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τύμπανον

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: τύμπᾰνον Medium diacritics: τύμπανον Low diacritics: τύμπανον Capitals: ΤΥΜΠΑΝΟΝ
Transliteration A: týmpanon Transliteration B: tympanon Transliteration C: tympanon Beta Code: tu/mpanon

English (LSJ)

τό, also in the form τύπανον (q.v.): (τύπτω):—

   A kettledrum, such as was used esp. in the worship of the Mother Goddess and Dionysus, Hdt.4.76, E.HF892; τυμπάνων ἀλαλαγμοί, ἀράγματα, Id.Cyc.65 (lyr.), 205; τύμπανα, Ῥέας τε μητρὸς ἐμά θ' εὑρήματα, says Dionysus, Id.Ba.59, cf. 156 (lyr.), IG42(1).131.9, 10 (Epid.); in Corybantic rites, Ar.V.119; τ. ἀράσσειν, ῥήσσειν, AP6.217 (Simon.), 7.485 (Diosc.); καταυλήσει χρῆται καὶ τυμπάνοις Sor.2.29.    2 metaph., τύμπανον φυσᾶν, of inflated eloquence, AP13.21 (Theodorid.).    II name of some instrument of torture of execution, Ar. Pl.476 (ξύλα ἐφ' οἷς [ἐν οἷς Suid.] ἐτυμπάνιζον· ἐχρῶντο γὰρ ταύτῃ τῇ τιμωρίᾳ· ἢ βάκλα, παρὰ τὸ τύπτειν Sch.); τινῶν μὲν εἰς δεσμωτήριον, τινῶν δὲ ἐπὶ τύμπανον ἀπαγομένων S.E.M.2.30; τοὺς ἐκ τυμπάνου καὶ τοὺς ἀνεσκολοπισμένους Luc.Cat.6; ἐπὶ τὸ τ. προσῆγε LXX 2 Ma.6.19, cf.28; cf. τύπανον.    2 = tumix, sirimpio (dub. sens.), Gloss.    3 cudgel, τὰς πολλὰς ἐπὶ τοῦ νώτου διὰ τῶν τ. πληγάς Dam.Isid.185; so perh. in LXX ll. cc.    III in a machine, drum, Hero Bel.86, cf. Orib. 49.4.43; in Verg.G.2.444, tympana are wagon-wheels made of a solid piece of wood, rollers; similarly perh. in PLond.1821.204, possibly of the wheel of an irrigating machine: cf. τυμπάνιον.    IV Archit., the sunken triangular space enclosed by the cornice of the pediment, Lat. tympanum fastigii, Vitr.4.7.5; the square panel of a door, Id.4.6.4.

German (Pape)

[Seite 1161] τό (gebräuchlichere Form statt τύπανον), ein bes. beim Gottesdienst der Cybele gebräuchliches Tonwerkzeug, das wie eine Pauke geschlagen ward, Handpauke, Handtrommel, mit hohlem, halbrund gewölbtem Bauche oder Schallboden, wie unsere Kesselpauke; Eur. Bacch. 59; βαρύβρομα, 156; βυρσοτενῆ, Hel. 1363; τυμπάνων ἀλαλαγμοί, ἀράγματα, Cycl. 65. 204; εὐθὺς τὰ τύμπανα ἐπαταγεῖτο, Luc. Bacch. 4; Her. 4, 76; ὑπὸ τυμπάνοις χορεύων, Luc. D. D. 18, 1. – Uebh. ein Werkzeug zum Schlagen, Prügel, Ar. Plut. 476, wo der Schol. sagt ξύλα, οἷς τύπτονται ἐν τοῖς δικαστηρίοις οἱ τιμωρούμενοι. – Auch ein Werkzeug zum Kopfabschlagen, Luc. catapl. 6. – Wie bei Virgil. die tympana Wagenräder ohne Speichen aus einem Stück Holz gemacht, Klotz-oder Wellenräder sind, so bedeutet es übh. einen flachen, hölzernen Körper; in der Baukunst das dreieckige, hölzerne Giebelfeld, tympanum fastigii, auch die Füllung der Thürflügel, tympanum forium, Vitruv.

Greek (Liddell-Scott)

τύμπᾰνον: τό, ἐν χρήσει παρὰ ποιηταῖς, ὡσαύτως ἐν τῷ τύπῳ τύπανον (ὃ ἴδε), πρβλ. Μ μ. ΙΙ. 5· (√ΤΥΠ, τύπτω)· - ὡς καὶ νῦν, τύμπανον, κοινῶς «τούμπανον», ἦτο ἐν χρήσει κατὰ τὴν λατρείαν τῆς Κυβέλης καὶ τοῦ Βάκχου, Σιμωνίδ. 191, Ἡρόδ. 4. 76· τύμπανα λάβετε βυρσοτενῆ Εὐρ. Ἑλ. 1347· τυμπάνων ἀλαλαγμοί, ἀράγματα ὁ αὐτ. ἐν Κύκλ. 65. 205· Ῥέας τε μητρὸς ἐμά θ’ εὑρήματα, λέγει ὁ Βάκχος, ὁ αὐτ. ἐν Βακχ. 59, πρβλ. 156· οὕτως ἐπὶ τῶν Κορυβάντων, Ἀριστοφ. Σφ. 119· τ. ἀράσσειν, ῥήσσειν Ἀνθ. Π. 6. 216., 7, 485· - (ἐντεῦθεν tympania, μαργαρῖται ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους ὄντες ἐπίπεδοι, Πλίν.). 2) μεταφορ. ἐπὶ πομπώδους καὶ πεφυσιωμένης εὐγλωττίας, πρβλ. τυμπανίζω ΙΙΙ. ΙΙ. ξύλον δι’ οὗ κρούεται τὸ τύμπανον, καθόλου, ξύλον, ῥόπαλον, Ἀριστοφ. Πλ. 476, ἔνθα ἴδε Hemst. ΙΙΙ. παρὰ Οὐεργιλ. ἐν τοῖς Γεωαγικοῖς 2. 444, tympa a εἶναι τροχοὶ ἁμαξῶν πεποιημένοι ἐξ ἑνὸς τμήματος κορμοῦ δένδρου, κύλινδροι. IV. ἐν τῇ Ἀρχιτεκτονικῇ, ἡ ἐντὸς τοῦ ἀετώματος ναοῦ τριγωνικὴ ἐπίπεδος ἐπιφάνεια, αὐτὸ τὸ ἀέτωμα, ὅπερ καὶ ἀετὸς ἐλέγετο ἐκ τοῦ σχήματος, tympanum fastigii, Βιτρούβ. 4. 7, 55· τετράγωνος σανὶς τῆς θύρας περιεχομένη ἐπὶ πλαισίου, Λατ. tympanum forium, ὁ αὐτ. 4. 6, 48.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 tambour, tambourin;
2 appareil de torture pour appliquer la bastonnade.
Étymologie: R. Τυπ, frapper ; v. τύπτω.

Greek Monolingual

τὸ, ΜΑ
βλ. τύμπανο.

Greek Monotonic

τύμπᾰνον: τό (τύπτω
I. τύμπανο, όπως χρησιμοποιούνταν ιδίως κατά τη λατρεία της Κυβέλης, σε Ηρόδ., Ευρ.
II. ξύλο με το οποίο κρούεται το τύμπανο· γενικά, ραβδί, ρόπαλο, σε Αριστοφ.
III. στον Βιργ. τα tympana ειναι τροχοί αμαξών κατασκευασμένοι από τμήματα κορμών δέντρων.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

τύμπανον -ου, τό, m. n. poët. ook τύπανον [~ τύπτω?] tamboerijn. folterplank.

Russian (Dvoretsky)

τύμπᾰνον: реже τύπανον (ῠ) τό τύπτω
1) барабан Her., Eur., Arph., Dem.;
2) бубны Plut., Anth.;
3) досл. барабанная палка, перен. дубинка Arph.;
4) кобыла (орудие пытки) Luc., Sext., Anth.

Middle Liddell

τύμπᾰνον, ου, τό, τύπτω
I. a kettledrum, such as was used esp. in the worship of Cybele, Hdt., Eur.
II. a drum-stick: generally, a staff, cudgel, Ar.
III. in Virgil tympana are wheels of solid wood.

Frisk Etymology German

τύμπανον: {túmpanon}
Forms: auch τύπανον
Grammar: n.
Meaning: Handpauke, Handtrommel (ion. att. seit h. Hom. 14, 3), auch übertr. als technischer Ausdruck, Folterwerkzeug (Ar. u.a.), Wasserrad (Plb., Pap.), Trommel in einer Maschine (Hero; auch -ος m.) usw.
Composita : Vereinzelte Kompp. wie τυμπανοτερπής sich an Trommeln ergötzend (Orph.,) φρεατοτύπανον n. Wasserrad (Plb.).
Derivative: Zahlreiche Ableitungen. 1. τυμπάνιον n. Maschinentrommel (Hero), Bez. einer Haartracht (Str.) usw. 2. -εύς m. Zylinder (Hero). 3. -άριος m. Trommler (Pap. VIp). 4. -ίας, ion. -ίης (ὕδρωψ) m. ‘Art Wassersucht (wobei der Bauch wie eine Trommel ausgespannt wurde)’, bzw. der daran leidende (Mediz.). 5. -ίτης m. Art Wassersucht (Mediz.; Redard 104). 6. -ικός an Wassersucht leidend (Alex. Trall.). 7. -όεις ὕδρωψ (Nik.). 8. -ώδης paukenähnlich (Sor.). 9. τυμπανίζω die Pauke schlagen, trommeln (Kom., LXX, Str. u.a.), auch = ἀπο- ~ (Ep. Hebr., Luk.); davon τυμπανισμός m. das Trommeln (Ar. u.a.), -ιστής m. Trommler (Str., Pap.), pl. N. eines Schauspiels des Soph., -ίστρια f. (D., Luk.); ἀποτυ(μ)—ανίζω auf dem Rade ausspannen, foltern, prügeln (Lys., D., Arist., Pap. usw.) mit -ισμός (Cat. Cod. Astr.). 10. τυμπανόομαι wie eine Trommel ausgespannt werden (Hippiatr.).
Etymology : Bildung wie ὄργανον u.a. Seit alters (z.B. EM 771) zu τύπτω gezogen (daraus die Schreibung τύπανον), wobei der Nasal entweder als sekundär oder als schon idg. (aind. pra-stumpati [Gramm.] mit den Hörnern stoßen; Kuiper Nasalpräs. 106 f.) betrachtet wurde. Nach anderer Auffassung semit. LW (aram. tuppa, hebr. top u.a. die Trommel schlagen) mit volksetym. Anschluß an τύπτω und die Gerätenamen auf -ανον; aus sachlichen Gesichtspunkten sehr erwägenswert, s. E. Masson Recherches 94 f. m. Lit.
Page 2,944-945