Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαρέμι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

το, Ν
(στους μωαμεθανούς)
1. το σύνολο τών συζύγων ενός άνδρα
2. διαμέρισμα οικίας προορισμένο για τις γυναίκες αυτές, γυναικωνίτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. harem < αραβ. harīm «καθετί ιερό και απαγορευμένο, χαρέμι» και αραβ. haram «ιερός και απαραβίαστος χώρος, χαρέμι» με συμφυρμό.