Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χιλιοστό

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το, Ν
1. καθένα από τα χίλια ίσα μέρη στα οποία διαιρείται μια μονάδα, χιλιοστημόριο
2. χιλιοστόμετρο
3. στρ. (ειδικά στο πυροβολικό) μονάδα μέτρησης γωνιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. του επιθ. χιλιοστός.