Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χιλιοστό

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το, Ν
1. καθένα από τα χίλια ίσα μέρη στα οποία διαιρείται μια μονάδα, χιλιοστημόριο
2. χιλιοστόμετρο
3. στρ. (ειδικά στο πυροβολικό) μονάδα μέτρησης γωνιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. του επιθ. χιλιοστός.