Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χίλια

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

Ν
1. άκλ. δέκα εκατοντάδες
2. (με αρθρ. πληθ.) τα χίλια
ο παραπάνω αριθμός και η συμβολική παράσταση του
3. (με αρθρ. εν.) το χίλια
το χιλιοστό έτος
4. (ως επίρρ.) χίλιες φορές, χιλιάκις («και χίλια να τ' αρέσεις», Ερωτόκρ.)
5. φρ. «με χίλια βάσανα» — με πάρα πολλά εμπόδια, με πάρα πολλές δυσκολίες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ουδ. του αρχ. αριθμητικού χίλιοι.