Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρησάμενος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

French (Bailly abrégé)

η, ον :
part. ao. de χράομαι.

Greek Monolingual

ο, Ν
(νομ.) ο ένας από τους δύο συμβαλλομένους σε χρησιδάνειο, εκείνος που αναλαμβάνει από τον χρήστη τη δωρεάν χρήση πράγματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του αρσ. της μτχ. παθ. αορ. του ρ. χρῶ (ΙΙ)].

Russian (Dvoretsky)

χρησάμενος: part. aor. 1 к χράομαι I.