Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ωστόσο

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

Ν
(αντιθ. σύνδ.) παρ' όλα αυτά, και όμως, εν τούτοις («έκανε κρύο, ωστόσο βγήκαμε έξω»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σύνδ. ὡς (Ι) + επίρρ. τόσο].