Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κρύο

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

το (Μ κρύο)
ψύχρα, ψύχος
νεοελλ.
φρ. α) «άρπαξα κρύο» — ασθένησα λόγω κρυολογήματος, κρυολόγησα
β) «έμεινε στα κρύα του λουτρού
i) εξαπατήθηκε
ii) απέτυχε, ιδίως ερωτικά
iii) εγκαταλείφθηκε χωρίς να ειδοποιηθεί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. κρύος (τὸ) μεταπλασμένο σε -ο αναλογικά προς τα δευτερόκλιτα ουδέτερα σε -ο(ν), πρβλ. δάσο < αρχ. δάσος.