Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

hide

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

English > Greek (Woodhouse)

woodhouse 398.jpg

v. trans.

P. and V. κρύπτειν, ἀποκρύπτειν, συγκρύπτειν, ἐπικρύπτεσθαι, κλέπτειν, Ar. and V. καλύπτειν, V. στέγειν, συγκαλύπτειν (rare P.), κεύθειν, ἐκκλέπτειν, ἀμπέχειν (rare P.), ἀμπίσχειν, συναμπέχειν, P. κατακρύπτειν, ἐπικαλύπτειν, ἐπηλυγάζεσθαι. Easy to hide, adj.: V. εὔκρυπτος. Hide oneself: Ar. and P. ἀποκρύπτεσθαι (pass.). Hide (a thing from a person): P. and V. κρύπτειν (τί τινα), P. ἀποκρύπτεσθαί (τί τινα). Help in hiding: V. συνεκκλέπτειν (acc.). V. intrans. Be in hiding: P. and V. κρύπτεσθαι (pass.). Lie hid: V. κεύθειν, κεκευθέναι (perf. infin.), Ar. and P. καταδεδυκέναι (perf. of καταδύειν). Hide under the bed: P. ὑποδύεσθαι ὑπὸ κλίνην. subs. Skin: P. and V. δορά, ἡ (Plat.), δέρμα, τό, βύρσα, ἡ, V. δέρος, τό, δέρας, τό, ῥινός, ἡ (Eur., Rhes.). Undressed hides: P. δέρρεις, αἱ. Dressed hides: P. and V. διφθέραι, αἱ (Eur., Frag.). Shield of hide: Ar. ῥινός, ἡ. Cover with hides: P. καταβυρσοῦν (acc.). Made of seven-fold hide, adj.: V. ἑπτάβοιος, Ar. ἑπταβόειος.