ἐν γενείου ξυλλογῇ τριχώματος → in the first harvest of a beard, in early manhood
(AM ἁψιδῶ, -όω)κάνω κάτι σαν αψίδα, κάμπτωνεοελλ.βάζω αψίδα στον τροχό της άμαξας.